Η άλλη άποψη για την ανάπλαση της Πανεπιστημίου

Την απόφαση έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων για την ανάπλαση της οδού Πανεπιστημίου, την επέκταση του τραμ και τις σχετικές κυκλοφοριακές ρυθμίσεις στο Κέντρο της Αθήνας, έργου συνολικού προϋπολογισμού 78,5 εκατ. ευρώ, υπέγραψε χθες, Τετάρτη, ο υπουργός Περιβάλλοντος Γιάννης Μανιάτης.

Με αφορμή τη σχετική συζήτηση για το έργο, δημοσιεύουμε την πολύ ενδιαφέρουσα εισήγηση της ανεξάρτητης Περιφερειακής Συμβούλου Αττικής Έρης Κωνσταντάκου, που κατατέθηκε στη σχετική συζήτηση του Περιφερειακού Συμβουλίου Αττικής.

«Ο νέος χαρακτήρας της Πανεπιστημίου μοιάζει να απευθύνεται αποκλειστικά στον περαστικό και στον τουρίστα κι όχι σε αυτούς που κατοικούν κι εργάζονται στο κέντρο», σημειώνει χαρακτηριστικά η Έρη Κωνσταντάκου για να συμπληρώσει πως «θα απορροφηθούν πόροι σε μια ευνοημένη περιοχή, σε σχέση με τις κραυγαλέες ανάγκες των πιο υποβαθμισμένων γειτονικών της».

Ολόκληρη η εισήγηση της Περιεφερειακής Συμβούλου:

Είναι φυσικό να δημιουργούνται αντιδράσεις, όταν η δημόσια διοίκηση νομιμοποιεί την επέμβαση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στον δημόσιο χώρο, αναθέτοντάς της να την υποκαταστήσει στην διεξαγωγή αρχιτεκτονικού διαγωνισμού. Ειδικά όταν ο διαγωνισμός αφορά την ανάπλαση της Πανεπιστημίου. Και είναι επίσης φυσικό, η χορηγία του ιδιώτη αγωνοθέτη -που αφορά το κόστος του διαγωνισμού- να μην εκλαμβάνεται ως οικονομική προσφορά – ευεργεσία, αλλά ως υποστήριξη των συμφερόντων του, όταν υπάρχουν όλες οι ενδείξεις πως το έργο εξυπηρετεί προοπτικά το ίδρυμά του.

Αυτό το γεγονός από μόνο του, είναι μια πολύ κακή αρχή και δεν ευνοεί συνθήκες διαλόγου. Εξ άλλου για να ήταν πραγματικός διάλογος θα έπρεπε να είχε προηγηθεί της προκήρυξης του διαγωνισμού. Και λειτουργεί ενισχυτικά στη διαμάχη που γεννούν οι διαφορετικές ερμηνείες και προτάσεις αντιμετώπισης του πολεοδομικού, κοινωνικού, οικονομικού και πολιτιστικού μαρασμού του κέντρου της Αθήνας , που κλιμακώνονται μαζί με τη συρρίκνωση της δημοκρατίας. Ενώ όλα τα δείγματα γραφής των μνημονιακών κυβερνήσεων, είναι υποστηρικτικά των ιδιωτικών συμφερόντων και απαξιωτικά των δημοσίων, το λιγότερο που θα έπρεπε να κάνει το ΥΠΕΚΑ αν ήθελε να πείσει, ήταν να κρατήσει τα προσχήματα τουλάχιστον και να τηρήσει τους κανόνες διεξαγωγής των αρχιτεκτονικών διαγωνισμών.

Η πολύπλευρη κρίση της Αθήνας εντάθηκε από την ύφεση και τις πολιτικές λιτότητας, αλλά έχει ξεκινήσει πολύ νωρίτερα σαν αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών. Η πολυλειτουργικότητα του κέντρου που καταργήθηκε με την απομάκρυνση της κατοικίας, της μικρής μεταποιητικής παραγωγής και των δημόσιων υπηρεσιών και η διαμόρφωσή του σε ζώνη εμπορίου και αναψυχής, το απονεύρωνε σταδιακά μέχρι να του δώσει το τελικό κτύπημα με την οικονομική κρίση που έβαλε λουκέτο στο μεγαλύτερο μέρος του.

Ενθαρρύνθηκε μόνο η βιομηχανία της διασκέδασης εις βάρος των παραδοσιακών κλάδων που καταστράφηκαν και τώρα που και η εμπορική ζήτηση αλλά και οι θαμώνες των χώρων διασκέδασης μειώθηκαν, το κέντρο έμεινε ρημαγμένος χώρος όπου προσπαθούν να βρουν καταφύγιο, η ακραία φτώχια κι η εγκατάλειψη των αστέγων, των μεταναστών, των εξαρτημένων, που αυξάνουν ως παράγωγα των πολιτικών που αδιαφορούν για τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και συρρικνώνουν το κράτος πρόνοιας. Και σε μια παράλογη πλήρη αντιστροφή, από αποτέλεσμα μετατρέπονται σε αιτία του προβλήματος. Αυτός ο εξ επί τούτου αποπροσανατολισμός, δίνει και το άλλοθι στον ολοένα αυξανόμενο ρατσισμό.

Μη μπορώντας ή μη θέλοντας να αντιμετωπίσει τις αιτίες που μεταλλάσσουν ολοένα μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων σε παιδιά ενός κατώτερου θεού, το κράτος έχει επιδοθεί στο κυνηγητό τους, ενώ τις μαφίες που τους εκμεταλλεύονται τις αφήνει να λειτουργούν ανενόχλητες.

Μέσα σε αυτό το αφήγημα- περιγραφή, οι εισηγητές ενός τόσο καθοριστικού για την πόλη εγχειρήματος πρέπει τώρα με δικά τους λόγια να πουν και να αποδείξουν πως δεν είναι ένα έργο βιτρίνας, πως δεν επιχειρούν να βάλουν τα προβλήματα κάτω από το χαλί αλλά να τα αντιμετωπίσουν. Πράγμα δύσκολο αφού πρέπει να απαντήσουν στο πως η κοινωνία θα τροφοδοτήσει τις φλέβες του νέου κέντρου όταν η ίδια αιμορραγεί και δεν μπορεί να επιβιώσει. Με το ίδιο μοντέλο ανάπτυξης που το μετέτρεψε σε τόπο μόνο κατανάλωσης, γεμίζοντάς το τραπεζοκαθίσματα, έχει ελπίδες αυτή η ανάπλαση να επιτύχει; Άραγε αυτό είναι που θέλουμε για την Πανεπιστημίου; Κι αν λάβουμε υπόψη την πλήρη απουσία άλλων αναπλάσεων σε κλίμακα γειτονιάς και το χάσμα των χωρικών ανισοτήτων που μεγαλώνει, μήπως αντί για την αναζωογόνηση, οδηγήσει σε μεγαλύτερη ερημοποίηση; Κι αν περιπτωσιακά ευδοκιμήσει επειδή θα δοθεί ως φιλέτο σε μεγαλοεπενδυτές, χωρίς την αντοχή και την ποιότητα που θα έδινε στο κέντρο η πολυλειτουργικότητα, ποιος και πόσο θα ωφεληθεί σε βάθος χρόνου;

Ο νέος χαρακτήρας της Πανεπιστημίου μοιάζει να απευθύνεται αποκλειστικά στον περαστικό και στον τουρίστα κι όχι σε αυτούς που κατοικούν κι εργάζονται στο κέντρο. Είναι ενδεικτικός μιας μεταστροφής στην αντιμετώπιση των αστικών προβλημάτων όπου η προτεραιότητα δεν δίνεται πλέον στην κοινωνική χρησιμότητα για όσο το δυνατόν περισσότερους πολίτες. Και μη γελιόμαστε από την αναφορά στον περιορισμό των ΙΧ , και την απόδοση του χώρου σε πεζούς και ποδηλάτες, που γενικότερα είναι πάγια αιτήματα μιας προοδευτικής αντίληψης για την πόλη, γιατί το συγκεκριμένο ζήτημα είναι πολύ ευρύτερο και τα ξεπερνά. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η κοινωνική χρησιμότητα έχει πολλές παραμέτρους με τις οποίες θα κριθεί.

Το γεγονός πως θα απορροφηθούν πόροι σε μια ευνοημένη περιοχή, σε σχέση με τις κραυγαλέες ανάγκες των πιο υποβαθμισμένων γειτονικών της, παρεμβαίνοντας με fast track κι ανορθόδοξο τρόπο, γεννάει υπόνοιες πως στόχος είναι μόνο οι υπεραξίες και τα οφέλη που θα καρπωθούν οι συγκεκριμένοι επενδυτές με επιπλέον κόστος κι επιδείνωση για την πλειοψηφία που μαστίζεται από την κρίση.

Διαφορετικά, για ένα έργο κλίμακας όπως αυτό, σε οικονομική συγκυρία όπως η παρούσα, δεν δικαιολογείται η σπουδή με την οποία ελήφθησαν αποφάσεις χωρίς δημόσια διαβούλευση, για να υποστηριχθούν εκ των υστέρων με τις προαπαιτούμενες μελέτες. Δεν δικαιολογείται πριν την εκπόνησή τους, η δημιουργία τετελεσμένων και ο επικοινωνιακός βομβαρδισμός , η καλλιέργεια μύθων για τη νέα συλλογική μας ταυτότητα. Δεν δικαιολογείται η αγνόηση των ενστάσεων της επιστημονικής κοινότητας και των απόψεων για την ανατροπή που θα υποστεί η ιστορική ταυτότητα του κέντρου, οι ιστορικές καταβολές της λειτουργίας και ο συμβολισμός της Πανεπιστημίου ως λεωφόρου. Που λόγω του επαρκέστατου φάρδους της, η διεύρυνση των πεζοδρομίων της, η φύτευση και η δημιουργία ποδηλατόδρομου μπορούν να υλοποιηθούν στα πλαίσια μιας ανάπλασης που θα της επέτρεπε όμως να διατηρήσει και τον χαρακτήρα της.

Επίσης δεν δικαιολογείται το γεγονός πως η ανάπλαση αυτή δεν συνοδεύεται από προτάσεις και μέτρα απάλυνσης των αρνητικών συνεπειών που αφορούν την άνοδο των τιμών, τον αποκλεισμό χρήσεων, την εκδίωξη των χαμηλότερων εισοδηματικά στρωμάτων. Εκτός κι αν δεν λαμβάνονται υπόψη ως αρνητικές συνέπειες, δηλαδή είναι στόχος του σχεδιασμού η δοκιμασμένη και πετυχημένη συνταγή της αλλαγής της κοινωνικής σύνθεσης του πληθυσμού. Δηλαδή αν κρίθηκε πως έφτασε η στιγμή να τελειώνουμε μια για πάντα με τη λαϊκή ιστορικότητα του κέντρου, πως έφτασε η στιγμή του «εξευγενισμού» του και πρέπει να εξαφανισθούν όλα τα ίχνη των λαϊκών τάξεων.

Πολύ πριν από την κρίση παρακολουθούσαμε την συστηματική και σταδιακή απαξίωση του κέντρου, του δημόσιου χώρου, της δημόσιας παιδείας, της υγείας κοκ. Για να φτάσει η στιγμή να αλωθούν αναίμακτα και συνοδεία νανουριστικών ασμάτων. Αυτό δεν πρέπει να το επιτρέψουμε.