Αρχαιολογία ή ανάπτυξη; Ένα ψευτοδίλημμα για το Ελληνικό

Αρχαιολογία ή ανάπτυξη; Ένα ψευτοδίλημμα για το Ελληνικό

Ένας επικοινωνιακός πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη γύρω από την επένδυση στο πρώην αεροδρόμιο του Ελληνικού.

Σύμφωνα με όσα γράφονται, η υλοποίηση της επένδυσης ανακόπτεται από διάφορες γραφειοκρατικές προφάσεις εκείνων που διαφωνούν με το κατατεθειμένο σχέδιο.

Πρώτα το δασαρχείο και έπειτα οι αρχαιολόγοι -σύμφωνα με τη ρητορική αυτή- ανακαλύπτουν αναχώματα, προσφέροντας κακές υπηρεσίες στη χώρα και την αναπτυξιακή της προοπτική. Αρκετές φορές τα επιχειρήματα αυτά έγιναν ανέκδοτα. Η κατακλείδα της αρθρογραφίας αυτής είναι: Υπογράψτε να ξεκινήσουν οι μπουλντόζες.

Όσο κι αν η ρητορική αυτή παρουσιάζεται ότι φορά τα εθνικά “χρώματα” της ανάπτυξης, στην πραγματικότητα δεν εξυπηρετεί παρά μόνο τα στενά συμφέροντα του επενδυτικού σχήματος που έχει αναλάβει την ανάπλαση.

Ίσως κάποιοι δυσαρεστούνται που το διαβάζουν, όμως το Ελληνικό έχει σημαντικές αρχαιότητες.

Όπως μαθαίνουμε από ένα αναλυτικό κείμενο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, η χερσόνησος του Αγίου Κοσμά, με σημαντική προϊστορική κατοίκηση αλλά και το μεταβυζαντινό ναό Κοσμά και Δαμιανού, αποτελεί κηρυγμένο αρχαιολογικό χώρο ήδη από το 1957. Σημαντικές αρχαιότητες έχουν βρεθεί στις ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν τόσο εντός όσο και στις παρυφές του χώρου του αεροδρομίου από τη δεκαετία του 1950 μέχρι και πολύ πρόσφατα (λ.χ. κατασκευή του Τραμ, του αμαξοστασίου ΟΣΕ, των ολυμπιακών εγκαταστάσεων, του Μετρό). Οι αρχαιότητες που ήρθαν στο φως σχετίζονται με τους τρεις αρχαίους δήμους Ευωνύμου, Αλιμούντος και Αιξωνής.

Οι αρχαιολόγοι επισημαίνουν ότι τα ευρήματα είναι σποραδικά. Και υπογραμμίζουν ότι η αρχαιολογική τους σημασία είναι τεράστια, αλλά κανείς δεν γνωρίζει σε ποια κατάσταση διατήρησης θα βρεθούν.

Υπογραμμίζουν επίσης ότι δεν υπάρχει λόγος να κηρυχθεί όλη η έκταση της επένδυσης ως αρχαιολογικός χώρος. Ήδη η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού, έχει προτείνει από το 2012 την κήρυξη αρχαιολογικού χώρου σε συγκεκριμένο τμήμα του πρώην αεροδρομίου καθώς και σε ένα τμήμα της σύγχρονης πόλης.

Σημαίνει μήπως η κήρυξη αρχαιολογικού χώρου ότι θα σταματήσει την οικοδομική δραστηριότητα; Ασφαλώς όχι.

Ποτέ καμία ανασκαφή για αρχαιότητες δεν εμπόδισε την υλοποίηση ενός έργου. Δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα από το ίδιο το κέντρο της Αθήνας, που είναι ολόκληρο ένας αρχαιολογικός χώρος!

Υπογραμμίζουν οι αρχαιολόγοι: “Η κήρυξη απλώς εξασφαλίζει ότι το όποιο έργο γίνεται με την εποπτεία της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, ότι αν βρεθούν αρχαιότητες γίνονται ανασκαφές με έξοδα του εργολάβου, κι ότι ανάλογα με τη σημασία και την κατάσταση διατήρησης των αρχαιοτήτων, μπορεί να τροποποιηθούν τα σχέδια του έργου για λόγους προστασίας και ανάδειξης των αρχαιοτήτων”.

Όμως πρέπει να αναρωτηθούμε και κάτι άλλο: Αντιστρατεύεται μήπως η προστασία των αρχαιοτήτων την ανάπτυξη; Ξεκάθαρα όχι, το αντίθετο.

Πρώτον, διότι οι ανασκαφές, η ανάδειξη των αρχαιοτήτων με τα οικοδομικά και τεχνικά έργα εδώ και δεκαετίες στη χώρα μας συμβαδίζουν αρμονικά. Δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα από το Μετρό της Αθήνας και τον τρόπο με τον οποίο οι σταθμοί μετατράπηκαν σε δημόσια εκθετήρια αρχαιολογικών ευρημάτων.

Δεύτερον, διότι στα ανασκαφικά έργα των αρχαιολόγων βρίσκουν εργασία χιλιάδες εργαζόμενοι, μόνιμοι και συμβασιούχοι, φέρνοντας στο φως σπαράγματα της αρχαίας κληρονομιάς, δημιουργώντας νέες εκθέσεις, νέα μουσεία, προωθώντας τις γνώσεις μας για την αρχαιότητα και αναδεικνύοντας την πολιτιστική παραγωγή του παρελθόντος.

Είναι ένα διαφορετικό πρότυπο ανάπτυξης από το ρίαλ εστέιτ το οποίο προφανώς ενδιαφέρει πρωτίστως τους επενδυτές, όμως δεν παύει να συνιστά ανάπτυξη.

Και βέβαια, η συνύπαρξη αρχαιολογίας και τεχνικών έργων είναι κάτι που υπαγορεύει η ελληνική νομοθεσία, μέσω του ισχύοντος για όλους αρχαιολογικού νόμου.

Τι ζητά λοιπόν ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων; Με δικά του λόγια:

Το μόνο που ζητάμε είναι να υπάρχει ισονομία. Να τηρηθούν ακριβώς οι ίδιες διατάξεις και στην περίπτωση του Ελληνικού και οι αρχαιότητες που θα βρεθούν εκεί να έχουν την ίδια μεταχείριση με τις αρχαιότητες σε όλη την υπόλοιπη χώρα. Ζητάμε να εφαρμοστεί για τη Lamda Development η νομοθεσία που εφαρμόζεται για κάθε ιδιώτη που ξεκινά μια οικοδομή”.

Μπορεί κανείς βάσιμα να παρακάμψει την επιχειρηματολογία αυτή;

Το κρυφό Μνημόνιο κυβέρνησης – επενδυτών

Στις 24 Αυγούστου 2017 η υπουργός Πολιτισμού και η εκπρόσωπος της Ελληνικόν ΑΕ, Σουλτάνα Σπυροπούλου υπέγραψαν ένα “Γενικό Μνημόνιο Συναντίληψης και Συνεργασίας” για την “παρακολούθηση εργασιών και τη συστηματοποίηση, διευκόλυνση και επιτάχυνση της διεξαγωγής των αρχαιολογικών ερευνών και εργασιών προστασίας μνημείων κατά τη φάση εφαρμογής του Σχεδίου Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού Αγίου Κοσμά”.

Αναρωτιέται κανείς τι ισχύ έχει το Μνημόνιο αυτό και πώς μπορεί να διασφαλίσει το δημόσιο συμφέρον, όταν ορίζει διαφορετικές διαδικασίες από αυτές που προβλέπονται στην ελληνική νομοθεσία.

Οι αρχαιολόγοι σημειώνουν ότι παρακάμπτεται ο Αρχαιολογικός Νόμος μέσω του εγγράφου αυτού και προς επίρρωση του ισχυρισμού αυτού μιλούν για το Προοίμιο του Μνημονίου στο οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη διευκρινίζουν:

“Οι όροι του παρόντος μνημονίου και οι απορρέουσες από αυτό υποχρεώσεις και δικαιώματα της ΕΛΛΗΝΙΚΟ δύναται κατά περίπτωση και κατά την κρίση της ΕΛΛΗΝΙΚΟ να ισχύουν και δεσμεύουν οποιονδήποτε ειδικό ή καθολικό διάδοχο αυτής, μεταγενέστερο κύριο ή κάτοχο οποιουδήποτε εμπράγματου δικαιώματος ή έστω χρήστη οποιουδήποτε τμήματος οικοπέδου, κτηρίου ή χώρου εντός του Ακινήτου, προστηθέντα αυτής, εργολάβο ή υπεργολάβο αυτής και γενικά κάθε τρίτο πρόσωπο στο οποίο η ΕΛΛΗΝΙΚΟ μεταβιβάζει δικαιώματα και υποχρεώσεις εκ του παρόντος”.

Τι σημαίνει αυτό; Ότι η Ελληνικό ΑΕ θα αποφασίσει αν ο ιδιώτης που θα την διαδεχτεί (η Lamda εν προκειμένω) θα πληρώνει την ανασκαφή – και όχι το άρθρο 37 του Αρχαιολογικού Νόμου που προβλέπει συγκεκριμένες διαδικασίες…

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Παλμός Γλυφάδας, 9 Σεπτεμβρίου 2017)