Ο Χρύσανθος Πανάς για την Αθηναϊκή Ριβιέρα και το επιχειρείν στην κρίση

Ο Χρύσανθος Πανάς για την Αθηναϊκή Ριβιέρα και το επιχειρείν στην κρίση

O Χρύσανθος Πανάς, ιδιοκτήτης του Island και του Salon de Bricolage, έδωσε μια εκτενή και πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη στο FortuneGreece.com και την Αναστασία Παρετζόγλου.

Ο Βουλιαγμενιώτης επιχειρηματίας, αδερφός του δημάρχου της περιοχής κατά την προηγούμενη δημοτική περίοδο Σπύρου Πανά, αναλύει τη φιλοσοφία των κινήσεών του που θα μπορούσαν να αποτελέσουν «σεμινάριο» ορθής επιχειρηματικής πρακτικής, όχι μόνο λόγω του καλού αποτελέσματός τους αλλά και λόγω της διάρκειας που έχουν μέσα στο χρόνο.

Στη συνέντευξη απαντά με ευθύτητα σε κλασικές δύσκολες ερωτήσεις, όπως η πορεία της επιχείρησης, το εργασιακό καθεστώς του προσωπικού, το γιατί έκλεισαν κάποια από τα εγχειρήματά του, ο δανεισμός, τα σχέδια για το μέλλον.

Αναλυτικά η συνέντευξη:

Τι σε απασχολεί περισσότερο αυτό τον καιρό;

Το πώς η χώρα μας θα εξευρωπαϊστεί. Θεωρώ ότι τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα θύμιζε περισσότερο Ανατολή παρά μια χώρα της Δύσης. Όσον αφορά τη δική μας βιομηχανία που είναι η εστίαση, η διασκέδαση και η φιλοξενία, η Ελλάδα είχε μια εσωστρέφεια, που δεν αφορούσε ούτε τον Ευρωπαίο ούτε τον Αμερικανό επισκέπτη. Όλη αυτή η ιστορία με τα μπουζούκια και το ξεσάλωμα, για παράδειγμα, δεν αφορούσε παρά μόνο εμάς τους Έλληνες. Θα μου πεις, και οι Ινδοί έχουν το Bollywood, αλλά αυτοί απευθύνονται σε μια εσωτερική αγορά ενάμισι δισεκατομμυρίου.

Εννοείς ότι η Ελλάδα, αν έχει κάτι να πουλήσει, είναι τουρισμός και πολιτισμός. Άρα, το τουριστικό της προϊόν, με όλα όσα εμπεριέχει, εστίαση, διασκέδαση, φιλοξενία, θα έπρεπε να απευθύνεται και στον ξένο επισκέπτη.

Ακριβώς. Επιπλέον, θεωρώ ότι η Αθήνα, είναι μια πόλη που συνδυάζει τα χαρακτηριστικά μιας μητρόπολης με ένα υπέροχο παραλιακό μέτωπο και ένα κλίμα μοναδικό. Είκοσι λεπτά από το κέντρο έχεις αυτές τις όμορφες παραλίες, με το καθαρό νερό και την αίσθηση της εξοχής. Αυτά όλα έπρεπε να τα έχουμε ήδη εκμεταλλευτεί.

Αλήθεια, πώς έγινε κι ασχολήθηκες με αυτή τη βιομηχανία;

Και εγώ και ο αδελφός μου, ξεκινήσαμε μαζί στο χώρο της διασκέδασης από επιλογή και όχι γιατί βρήκαμε κάτι έτοιμο από τους γονείς μας. Αντίθετα, έχοντας μεγαλώσει σε μια αστική συντηρητική οικογένεια, η μητέρα μας ήταν πολύ επιφυλακτική στην ιδέα «μπαρ». Όταν, λοιπόν, ο όμιλος Βουλιαγμένης θέλησε να στήσει κάτι για να κρατά μέσα στον όμιλο και σε ένα ελεγχόμενο περιβάλλον τα παιδιά των μελών, ο Σπύρος αποφάσισε να το αναλάβει. Ήταν ένα μικρό μπαρ, στη νότια παραλία του ομίλου, που λεγόταν Island και είχε μεγάλη επιτυχία.

Αυτή η πρώτη επιτυχία σας οδήγησε να ασχοληθείτε επαγγελματικά με το χώρο της διασκέδασης;

Ακριβώς. Τότε ακόμη σπουδάζαμε, εγώ ήμουν στην ΑΣΟΕΕ και ο Σπύρος στο Πολυτεχνείο. Μεταφέραμε το Island σε ένα μικρό ξενοδοχείο που σήμερα είναι το Vouliagmeni Suites, γιατί πλέον είχε μετατραπεί ο Όμιλος σε club. Εγώ εργαζόμουν, παράλληλα, σε μια ναυτιλιακή εταιρεία και στόχος μου ήταν να κάνω καριέρα στα ναυτιλιακά. Ποτέ δεν μετάνιωσα που τα εγκατέλειψα, από τότε πίστευα ότι η εστίαση και η διασκέδαση είναι κομμάτι του πολιτισμού μας και, άλλωστε, οι επιρροές από την οικογένεια ήταν καλλιτεχνικές. Δεν είναι τυχαίο που το μενού του Island το έχει σχεδιάσει ο Βασίλης Φωτόπουλος.

Η τέχνη σε κυνηγούσε από μικρό…

Η τέχνη με κάνει να νιώθω ωραία. Είναι η αγάπη μου και με ακολουθεί σε ότι κι αν κάνω.

Ώσπου, κάποια στιγμή, αποφασίσατε να ανηφορήσετε προς την Αθήνα. Σας οδήγησε σε αυτή την κίνηση η ανυπαρξία χειμερινής σεζόν στα νότια προάστια;

Πάντοτε νιώθαμε ότι δεν μας καλύπτουν οι χώροι διασκέδασης και εστίασης που υπήρχαν στην Αττική. Όταν φτιάξαμε το Island, στήσαμε ένα δικό μας μικρόκοσμο. Όταν δημιουργήσαμε στην Αθήνα το Central, στήσαμε σε μια αστική γειτονιά του κέντρου μια δική μας κατάσταση. Είμαστε οι πρώτοι που φέραμε τον όρο lounge. Μπορεί να επηρεαζόμαστε από τις τάσεις, αλλά προσπαθούσαμε να φτιάχνουμε κάθε φορά κάτι που να μπορεί να υπάρχει παντού. Στην Ελλάδα υπάρχει ένας μιμητισμός σε όλα. Αυτό προσπαθούσαμε να το αποφύγουμε και να φέρνουμε κάτι καινούργιο, που να μην αντιγράφει μια κατάσταση που υπάρχει, αλλά να δίνει μέσα από το δικό μας στίγμα μια ατμόσφαιρα που να αφορά και τον ξένο επισκέπτη.

Δεν σκεφτήκατε ποτέ να φέρετε ένα διεθνές brand στην Ελλάδα;

Εμάς δεν μας ενδιέφερε, όμως θεωρώ πολύ θετικό αυτό να συμβαίνει, γιατί ο πελάτης δείχνει εμπιστοσύνη και αισθάνεται ασφάλεια σε ένα μέρος που έχει τη σφραγίδα ενός διεθνούς επιτυχημένου brand. Προσωπικά, θα με αφορούσε περισσότερο να στήσω ένα brand στην Ελλάδα κι αυτό να μπορέσει να βγει στο εξωτερικό. Γι’ αυτό και προσπαθώ να διεθνοποιήσω τις δουλειές μου.

Το Central γιατί έκλεισε;

Γιατί πιστεύω ότι πρέπει εσύ να φτιάχνεις τον κύκλο ζωής ενός προϊόντος κι όχι να σε ορίζει εκείνο. Το Κολωνάκι άρχισε να αλλάζει μορφή με την κρίση και αποφασίσαμε να κλείσουμε το Central πριν αρχίσει η παρακμή του. Σκέψου ότι το νέο μαγαζί που στήθηκε εκεί, για να επιβιώσει άρχισε να παίζει τα μεσημέρια της Κυριακής λαϊκή μουσική. Αυτό είναι κάτι που εμένα δεν με αφορούσε. Δεν μπορείς να αλλάξεις τη φυσιογνωμία του προϊόντος σου, με έναν τρόπο που δεν συνάδει με την αστική οικιστική γειτονιά στην οποία το έστησες. Επισπεύσαμε τον κύκλο ζωής του συνειδητά.

Πλην του Island που είναι πλέον landmark με εδραιωμένη τη θέση του σε αυτό που ονομάζουμε entertainment στα νότια προάστια, και τα άλλα σας μαγαζιά, όπως το Dragoste που ήταν πιο underground ή το Pizza Pomodoro που ήταν περισσότερο ένα music restaurant, σύντομα ολοκλήρωσαν το κύκλο τους.

Έτσι έπρεπε να είναι, γιατί όπως είπα και πριν, ο επιχειρηματίας πρέπει να ορίζει τον κύκλο ζωής των προϊόντων του. Η Ελλάδα δεν είναι Λονδίνο ούτε Παρίσι. Ο κόσμος το χειμώνα είναι περιορισμένος, άρα το κοινό είναι επαναλαμβανόμενο. Κούραζε και ο χώρος το κοινό και το κοινό το χώρο. Το Dragoste ήταν ένα μέρος με υπερβολική ενέργεια, που για να μην είναι φθορά για μένα αλλά ούτε και για τους πελάτες, αποφάσισα να κλείσει και να παραμείνει ένα case study επιτυχίας, όπως και είναι.

Όλες αυτές οι επιχειρήσεις πώς στήθηκαν; Ξεκινήσατε με κάποια δάνεια;

Και ο Σπύρος και εγώ, τις επιχειρήσεις μας τις στήνουμε με ίδια κεφάλαια. Η πρώτη μας σοβαρή επένδυση ήταν το Island στη Βάρκιζα, εκεί που είναι σήμερα. Ήμασταν τότε 24 ετών εγώ και 26 ο Σπύρος και παρόλο το νεαρό της ηλικίας, είχαμε πλήρη οικολογική συνείδηση. Η επένδυση ξεκίνησε με έναν βιολογικό καθαρισμό και ανάπλαση του τοπίου, γι’ αυτό και ο βράχος έχει γίνει μια όαση πρασίνου πλέον. Όλη αυτή την επένδυση την κάναμε με ίδια κεφάλαια.

Είστε εξ ορισμού εναντίον του δανεισμού;

Σε καμία περίπτωση. Ο δανεισμός είναι απαραίτητο στοιχείο της επιχειρηματικότητας και αυτό είναι το δυτικό οικονομικό σύστημα, η συναλλαγή της τράπεζας με τον επιχειρηματία. Απλά, είμαι εναντίον αυτού που συνέβη στην Ελλάδα και που όλοι ξέρουμε ότι ήταν ο ανεξέλεγκτος δανεισμός τον οποίο δεν μπόρεσε η αγορά να αφομοιώσει. Γι’ αυτό και δεν ανοιχτήκαμε περισσότερο από όσο αντέχαμε με ίδια κεφάλαια. Οι τράπεζες πάντα έρχονταν και μας πρότειναν να κάνουμε το ένα ή το άλλο και ότι θα μας στηρίξουν. Και ο Σπύρος και εγώ νιώθαμε όμως ότι σε μια χώρα με τη δομή της ελληνικής αγοράς, που δεν έχει εισροή από ξένους επισκέπτες, ώστε να μπορέσει να αυξήσει τζίρους και κέρδη, δεν είχαμε λόγο να ανοιχτούμε ξανά.

Τι αντίκτυπο έχει η κρίση, αυτά τα έξι χρόνια της ύφεσης, στον τομέα της εστίασης και διασκέδασης όπου δραστηριοποιείστε;

Η κρίση έγινε αισθητή το 2008, καταρχήν στους τζίρους που ήταν πτωτικοί και στη συνέχεια στο προφίλ των πελατών. Υποχρεωθήκαμε να χαράξουμε μια νέα στρατηγική. Κλείσαμε το Central και το Pomodoro και αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε το Member’s club απευθυνόμενοι σε έναν κόσμο που μας αφορούσε περισσότερο, που αντιλαμβάνεται τι είναι αυτό που κάνουμε. Γιατί, κακά τα ψέματα, προ κρίσης το πελατολόγιό μας είχε κι έναν κόσμο που τον είχε παρασύρει η χαρά της «φούσκας» μέσα σε ένα κλίμα γενικής ισοπέδωσης. Δεν αντιλαμβανόταν ο μέσος πελάτης, αν το πιάτο που προσφέρουμε εμείς είναι καλύτερο από το πιάτο που προσφέρει ο διπλανός. Δεν είχε, αν θες, την κουλτούρα στην κουζίνα. Και άνθρωποι που ήταν πιο ποιοτικοί δεν ήθελαν να εκτίθενται σε ένα περιβάλλον που ήταν συνυφασμένο με το κακώς εννοούμενο life style.

Θεωρείς, επομένως, ότι αλλάξατε στρατηγική έγκαιρα για να προφυλαχθείτε από το τσουνάμι;

Ακριβώς. Κλείσαμε τα μαγαζιά μας τα οποία ήταν συνυφασμένα με τον προηγούμενο τρόπο διασκέδασης που είχε συνηθίσει να λειτουργεί η αγορά και φτιάξαμε ένα ολοκαίνουργιο προϊόν, το Salon de Bricolage. Στην αρχή, τα media το «καφρίσανε», γιατί τους ενδιέφερε πάλι να γράφουν ποιος ήρθε με ποιον και κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να γράψει ότι ο χώρος αυτός συνεργάστηκε επίσημα με τον Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, για παράδειγμα. Παράλληλα οργανώνουμε παρουσιάσεις βιβλίων, εικαστικές εκθέσεις, σεμινάρια, ομιλίες.

Το Salon de Bricolage εγκαινίασε από την πρώτη στιγμή μια στενή σχέση με την τέχνη. Είναι στην επιχειρηματική σου φιλοσοφία η διασκέδαση συνυφασμένη με την τέχνη;

Και με τον πολιτισμό. Απολύτως. Κι αυτή τη φιλοσοφία προσπαθώ να την περάσω κυρίως στα νέα παιδιά, ότι η διασκέδαση δηλαδή είναι κομμάτι του πολιτισμού. Στη Νέα Υόρκη, στο Παρίσι, στο Λονδίνο, οι άνθρωποι που έχουν δημιουργήσει χώρους που επηρεάζουν την κουλτούρα της εποχής, είναι και οι ίδιοι άνθρωποι με κουλτούρα, μόρφωση, παιδεία. Στην Ελλάδα, μέσα σε όλο αυτό τον πανικό που συνέβαινε στην εστίαση και την διασκέδαση, μπήκαν πολλοί επιχειρηματίες στο χώρο μας, επειδή έβλεπαν ότι είναι cash business, με αποτέλεσμα ο χώρος να καταδυναστεύεται από ανθρώπους με κύρια επιδίωξη το εύκολο κέρδος.

Η φιλοσοφία του private club, όπως έχει διαμορφωθεί στο Bricolage, δείχνει βέβαια, ότι απευθύνεστε κυρίως στην ανώτερη και ανώτατη εισοδηματική τάξη.

Στις δουλειές αυτές, ξεκινάς από το segmentation. Μοιράζεις την αγορά και επιλέγεις το target group στο οποίο θέλεις να απευθυνθείς. Πουθενά στον κόσμο δεν είναι όλα τα προϊόντα για όλη την αγορά. Στην Ελλάδα ακόμη δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει αυτό. Έχουμε μια, σε εισαγωγικά, κομμουνιστική ματιά στα πράγματα. Ήμουν και είμαι πάντα υπέρ ενός κράτους δικαίου, αλλά αυτή η τάση να εξισώνουμε τα πάντα και να μην καταλαβαίνουμε τις ομοιότητες αλλά και τις διαφορές, με βρίσκει αντίθετο. Όταν έγινε η λέσχη του Bricolage, όλοι στάθηκαν στο πριβέ της υπόθεσης. Το ζητούμενο δεν ήταν ποτέ το πριβέ. Ήταν να δημιουργηθεί μια κοινότητα, να διευρυνθεί και να ενωθεί με αντίστοιχες κοινότητες στο εξωτερικό. Ο στόχος μας είναι να είμαστε αδελφοποιημένοι με λέσχες που είναι art oriented. Όπως είμαστε στο Λονδίνο με το The Art’s Club και με το The Hospital Club του Paul Allen, που είναι πιο εναλλακτικό, με τη μορφή του πρωτοποριακού και πολύ καινούργιου και που είναι μια κοιτίδα παραγωγής πολιτισμού νέων ανθρώπων, αλλά και με το Brody House της Βουδαπέστης. Τα δικά μας μέλη, λοιπόν, έχουν πρόσβαση σε αυτές τις λέσχες στο εξωτερικό.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο συνεργασίας, ήρθαν και κάποιοι διεθνείς καλλιτέχνες στο Bricolage;

Φυσικά. Πέρσι, η Μαρίνα Αμπράμοβιτς, από τις μεγαλύτερες performers στον κόσμο, είχαμε την τιμή να έλθει και να την ξεναγήσουμε, παραθέτοντας ένα dinner, στην έκθεση που φιλοξενούσαμε. Ήταν η έκθεση της Γεωργίας Σαγρή, μιας Ελληνίδας εικαστικού με φοβερή δυναμική, που ήδη έχει εκθέσει στο Whitney Museum. Η ίδια δέχτηκε να γνωρίσει από κοντά και να μιλήσει με κάποια μέλη μας. Κι όλα αυτά είχαν γίνει σε συνεννόηση με την γκαλερί της στο Λονδίνο και την γκαλερί Καππάτος που την εκπροσωπεί στην Ελλάδα, πολύ πριν έρθει η Αμπράμοβιτς στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Όμως, παράλληλα, θέλουμε το Salon de Bricolage να είναι πολυσυλλεκτικό. Πέρα από το κομμάτι του πολιτισμού, της τέχνης, της λογοτεχνίας, θέλουμε να είναι και χώρος διασκέδασης. Γι’ αυτό διοργανώνουμε και θεματικά πάρτι. Προσπαθούμε να κρατάμε μια ισορροπία μεταξύ αυτών των διαφορετικών δραστηριοτήτων και τα μέλη μας να επιλέγουν σε ποιο event θα παρευρεθούν.

Ως παιδί μεγαλωμένο στη Βουλιαγμένη, όπου συνεχίζεις να ζεις και να δραστηριοποιείσαι, πώς βλέπεις την ιστορία του Ελληνικού και της ανάπλασης του παραλιακού μετώπου;

Είμαι υπέρ 100% και εδώ και χρόνια ονομάζω το παραλιακό μέτωπο Athens Riviera. Έχω κατοχυρώσει τον όρο και είναι λυπηρό δημοσιογράφοι σε κομβικά μέσα όπως είναι για παράδειγμα η Vogue, να σε ρωτούν «Τι εννοείτε Athens Riviera; Κολυμπάτε στην Αθήνα, δεν είναι μολυσμένα τα νερά;» Η λέξη παραλιακή, μέχρι πρόσφατα, ήταν συνυφασμένη με κάτι αρνητικό, όπως τα μπουζουξίδικα. Και δεν κατηγορώ τα μπουζουξίδικα, αλλά όλη αυτή την προχειρότητα που είχαν από πίσω. Πιστεύω ότι η Αθήνα αυτό που έχει να προτείνει στο εξωτερικό είναι η Ριβιέρα της. Ένας καλοκαιρινός προορισμός, από τον Απρίλιο μέχρι τον Οκτώβριο, με όλα τα θετικά μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας. Εμείς δεν έχουμε να προτείνουμε τα κτίρια στο κέντρο της πόλης, όπως οι άλλες μητροπολιτικές πρωτεύουσες. Εμείς έχουμε το κλίμα και τη θάλασσα, σε απόσταση αναπνοής από το κέντρο. Και αυτό πρέπει να γίνει αντιληπτό από το κράτος.

Πιστεύεις ότι η γραφειοκρατία του Ελληνικού κράτους αλλά και οι αγκυλώσεις του παρελθόντος μπορούν πλέον να ξεπεραστούν;

Πρόσφατα ταξίδεψα μετά από χρόνια στην Τουρκία, στο Μπόντρουμ και είδα τις διευκολύνσεις που έχει κάνει το κράτος ώστε να αναπτυχθεί τουριστικά όλη εκείνη η περιοχή. Βλέπεις αλυσίδες τουριστικών κολοσσών που φημίζονται για την αισθητική τους, την οικολογική τους συνείδηση και τις υπηρεσίες που προσφέρουν, ενταγμένες με σεβασμό στο περιβάλλον και σκέφτεσαι γιατί να μην μπορεί να γίνει αυτό στην Αθήνα. Με το να δημιουργείς συνέχεια προβλήματα, μια με τους ξένους επενδυτές, μια με τον αιγιαλό, δεν κάνεις τίποτε. Μπορείς και οφείλεις να βρεις τρόπο να γίνουν αυτά με τον σωστό τρόπο. Αν μελετήσει κανείς τις περιοχές που προσελκύουν ποιοτικό τουρισμό, είναι μέρη που η ανάπτυξή τους έχει βασιστεί στην προστασία του περιβάλλοντος. Αν λοιπόν διατηρήσεις την ομορφιά της ελληνικής παραλίας στην Αττική, την υποστηρίξεις με ανάπτυξη και έχεις και οικολογική συνείδηση, μπορείς να φτιάξεις κάτι όμορφο, σύγχρονο και φιλικό προς τον επισκέπτη. Εδώ ο Έλληνας αντιδράει και σε αυτό, νομίζει ότι το Ελληνικό θα γίνει Λας Βέγκας. Που και το Λας Βέγκας στην τελική, έχει μια ποπ κουλτούρα και μια φιλοσοφία από πίσω του. Αυτή όμως η φιλοσοφία στήθηκε σε μια έρημο, οπότε φτιάχτηκε μια Ντίσνεϋλαντ για ενηλίκους. Εμείς, αντίθετα, έχουμε να προτείνουμε και να αναδείξουμε μια φυσική ομορφιά.

Όταν ο Σπύρος έγινε δήμαρχος Βάρκιζας, Βούλας, Βουλιαγμένης, οι επιχειρηματίες της περιοχής σας αντιμετώπισαν διαφορετικά;

Πάντα μας αντιμετώπιζαν διαφορετικά, απλά προστέθηκε η καχυποψία. Όμως όταν ο Γρηγόρης Κασιδόκωστας, που είχε όραμα για τη Βουλιαγμένη, παρακίνησε τον Σπύρο να είναι δίπλα του ως σύμβουλος και αργότερα ως αντιδήμαρχος, του εμφύσησε την αγάπη για τα κοινά και το πώς θα προστατέψει την περιοχή του. Αποδείξαμε μέσα στα χρόνια, ότι είμαστε υπέρ του θεμιτού ανταγωνισμού, λειτουργούσαμε και λειτουργούμε πάντα με τη λογική ότι οι νόμοι υπάρχουν για να εφαρμόζονται. Η Βουλιαγμένη έτσι πάντα λειτουργούσε. Αν κάτσει και δει κανείς την επιχειρηματική μας διαδρομή, αν δει γιατί η Βουλιαγμένη βρίσκεται σε αυτό το υψηλό επίπεδοo (για παράδειγμα, δεν μειώθηκε η αξία του τετραγωνικού όπως στις άλλες περιοχές), θα συνειδητοποιήσει ότι πίσω από όλο αυτό υπήρχε ένα πλάνο και μια καθαρότητα. Διότι αν υπήρχε διαπλοκή, η Βουλιαγμένη δεν θα ήταν αυτή που είναι σήμερα. Θα σου επαναλάβω το παράδειγμα του Island, όπου το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν ο βιολογικός καθαρισμός, με αποτέλεσμα ο βράχος να έχει γίνει «ζούγκλα» σήμερα, όχι γιατί υπήρχε θέμα πολεοδομίας, αλλά αποκλειστικά και μόνο γιατί έτσι απαιτεί το «ωραίο». Είσαι μέσα σε μια βάρκα και δεν διακρίνεις τα κτίρια από το πράσινο και τον τρόπο με τον οποίο είναι ενταγμένα στο περιβάλλον.

Πόσους ανθρώπους απασχολείτε σήμερα στις επιχειρήσεις σας;

Το μόνιμο προσωπικό είναι 120 άτομα, που το καλοκαίρι με τους εποχιακούς φθάνουν και τους 300. Όλοι είναι κάτω από νόμιμο καθεστώς και αυτό θέλω να το τονίσω για τους νέους κυρίως, που θέλουν να γίνουν επιχειρηματίες. Να καταλάβουν ότι για να επιβιώσεις επιχειρηματικά στην Ελλάδα και να έχεις διάρκεια στο χρόνο πρέπει να βαδίσεις «by the book». Εμείς αυτό το τηρήσαμε από την αρχή της επιχειρηματικής μας διαδρομής. Δεν κλέψαμε, δεν φοροδιαφύγαμε και επιβιώσαμε. Μπορεί να μη βγάλαμε λεφτά όπως πιθανόν έβγαλαν άλλοι, αλλά το επισημαίνω, γιατί εξακολουθούν πολλοί που μπαίνουν στην εστίαση και τη διασκέδαση να το κάνουν για το εύκολο κέρδος . Κάποτε ήταν της μόδας τα video club και είχαμε γεμίσει από αυτά. Μετά πήγαν όλοι κι άνοιξαν frozen yoghurt. Τώρα ανοίγουν όλοι φούρνους και σουβλατζίδικα. Έχουν κάτσει όλοι αυτοί να δουν αν η επιχείρηση θα είναι βιώσιμη μετά από πέντε χρόνια; Υπάρχει ένα πλάνο; Εγώ νομίζω ότι δεν υπάρχει. Γι’ αυτό κι όταν ξεκινάς μια δουλειά, πρέπει να φτιάχνεις ένα business plan. Να ξέρεις τι είναι αυτό που θέλεις να κάνεις.

Εσείς κάνετε πάντα business plan πριν ξεκινήσετε ένα project;

Πάντα. Εμάς είναι ξενοδοχειακά δομημένη η επιχείρηση, υπάρχει F&B, υπάρχουν τμήματα λειτουργίας όπως σε ένα ξενοδοχείο. Λειτουργούμε όπως απαιτεί το tourism management.

Η κρίση σας οδήγησε σε μειώσεις προσωπικού ή μειώσεις μισθών;

Μειώσαμε μισθούς μέσα σε πολύ λογικά πλαίσια, γιατί μειώσαμε και τις τιμές σε όλα μας τα προϊόντα. Αποφύγαμε τη μείωση του προσωπικού, αυτή ήταν ελάχιστη γιατί είπαμε ότι όλοι μαζί θα το παλέψουμε μέχρι να βγούμε από την κρίση. Και θέλω να σημειώσω ότι φέτος ήταν η πρώτη χρονιά μετά το 2008, που είχαμε θετικά πρόσημα στα αποτελέσματά μας. Κι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δουλέψαμε πολύ με ξένους.

Που σημαίνει ότι έχετε κάνει ισχυρό marketing με τα ξενοδοχεία στην Ελλάδα;

Και όχι μόνο. Έχουμε κάνει σοβαρή επένδυση για την επικοινωνία των χώρων μας στο εξωτερικό. Το ότι ξαφνικά, φέτος, ήρθαν στην Αθηναϊκή Ριβιέρα από το «Τοπάζ» ένα από τα μεγαλύτερα σκάφη στον κόσμο από τα αραβικά εμιράτα μέχρι τον Βαλεντίνο και έδεσαν κάτω από το Island, χάρη στο γεγονός ότι έχουμε δημιουργήσει μια πλωτή εξέδρα, μια σκάλα, κι έχουμε κι ένα club car, για να τους φέρει μέχρι το εστιατόριο, δεν είναι τυχαίο. Δώσαμε προσβασιμότητα μέσω της θάλασσας κι αυτό αύξησε την προσέλευση των ανθρώπων που έρχονται με σκάφη. Ποτέ άλλοτε στον κόλπο της Βάρκιζας δεν είχαμε δει δεμένα σκάφη.

Γίνατε δηλαδή Santa Marina… 

Γιατί όχι; Ποια άλλη πρωτεύουσα στην Ευρώπη παρέχει αυτή τη δυνατότητα; Καμία. Μόνο νησιά και μόνο η νότια πλευρά της Γαλλίας και της Ιταλίας.

Όλα αυτά που περιγράφεις έχουν κι ένα κόστος. Για τι κόστος μιλάμε;

Μεγάλο. Γιατί για να το επικοινωνήσω αυτό, πήγα στην Αμερική, μίλησα με brokers, μίλησα με agents, ήρθα σε επαφή με Γάλλους, με Ιταλούς, με Ισπανούς. Πέρα από το κόστος της επικοινωνίας ή το κόστος να στηθεί η εξέδρα, τα ρεμέτζα κλπ, είχε και ένα κόστος ψυχικής ταλαιπωρίας το να παρακινήσεις το κράτος για να σου βρει τρόπο να το κάνεις. Όλοι μου έλεγαν, «έλα μωρέ, βρες μόνος ένα τρόπο και κάντο, και τι έγινε…». Έτσι και εγώ πήγα στον υπουργό εμπορικής ναυτιλίας και του ζήτησα να βρεθεί ένας τρόπος να το κάνω και να είναι νόμιμος. Και όντως, περάσανε μια τροπολογία η οποία διευκολύνει και εμάς και πολλά ξενοδοχεία που βρίσκονται στην Αττική, ώστε να μπορούν να έχουν πλωτές εξέδρες, όπως συμβαίνει παντού στον κόσμο, για να υπάρχει πρόσβαση από τη θάλασσα.

Αυτή τη στιγμή υπάρχουν άλλα εστιατόρια ή χώροι διασκέδασης στο παραλιακό μέτωπο που να διαθέτουν δυνατότητα πρόσβασης από τη θάλασσα;

Όχι, κανένα, ούτε καν ο Αστέρας. Στον Αστέρα για να βγεις, πρέπει να πας με tender εκεί που είναι η σχολή του σκι, που είναι για άλλη χρήση.

Φέτος στην Ελλάδα είχαμε ρεκόρ τουριστών στην Αθήνα. Είσαι ευχαριστημένος από την τουριστική πολιτική που ασκεί το υπουργείο τα τελευταία χρόνια; 

Σίγουρα έχει γίνει δουλειά. Ο κόσμος άρχισε να ασχολείται τουριστικά με την Ελλάδα, γιατί αποφασίσαμε εμείς ως κράτος να ασχοληθούμε με τον τουρισμό. Αυτό που είχε ειπωθεί κάποτε ότι «δεν θα γίνουμε οι σερβιτόροι της Ευρώπης» – και δεν το λέω πολιτικά – είχε επηρεάσει γενιές και γενιές Ελλήνων. Το να προσφέρεις τουριστικές υπηρεσίες είναι προς όφελος της χώρας. Η Ελλάδα θα έπρεπε να έχει τουριστικές σχολές διεθνούς επιπέδου και να μην πρέπει οι Έλληνες να πηγαίνουν στην Ελβετία για ανώτερες σπουδές αλλά οι ξένοι να έρχονται για τουριστικές σπουδές στη χώρα που γέννησε τη φιλοξενία. Πρέπει λοιπόν και στον τουρισμό να υπάρξει στρατηγική που να απευθύνεται σε ένα ορισμένο επίπεδο τουριστών. Μπορεί το Island φέτος να έκανε καλά νούμερα και να είχε πολλούς ξένους, αλλά είχε τους «καλούς» ξένους. Μπορεί αριθμητικά το κοινό να ήταν λιγότερο από ότι στις εποχές προ κρίσης, όμως τα νούμερα ήταν καλύτερα. Ο τζίρος μας είχε μια αύξηση της τάξης του 50%.

Πού οφείλεται, κατά τη γνώμη σου, αυτή η αύξηση;

Οφείλεται σε δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι ότι κατάφεραν τα Ποσειδώνια να γίνουν θεσμός, με στόχο να γίνονται εκδηλώσεις, όχι μόνο ελληνικών εταιρειών αλλά και ξένων – κάτι στο οποίο στόχευσα κι εγώ δουλεύοντας δύο χρόνια τώρα – παράλληλα με αυτές των Ποσειδωνίων, σε εμάς και αλλού. Και εμείς, από την πλευρά μας, επικοινωνήσαμε εκδηλώσεις όπως αυτή που τραγούδησε η Gloria Gaynor, ένα όνομα που αφορά το διεθνές κοινό, και που αποτέλεσαν πόλο έλξης για τους ξένους που επισκέφτηκαν τα Ποσειδώνια. Αυτό εννοώ διεθνοποίηση της διασκέδασης. Όπως στο φεστιβάλ Καννών δεν πάει ο κόσμος μόνο για τις ταινίες αλλά και για τα πάρτι που γίνονται κατά τη διάρκειά του, έτσι και στα Ποσειδώνια, στόχος είναι να μην έρχεται ο κόσμος μόνο για το corporate κομμάτι, αλλά να απολαμβάνει,ταυτόχρονα, μια γιορτή.

Και ο άλλος λόγος;

Σίγουρα η προσβασιμότητα από τη θάλασσα. Είχαμε πολλούς ξένους που ήρθαν από τα σκάφη τους στο Island για διασκέδαση ή οργάνωσαν το πάρτι τους εδώ. Και ένας τρίτος λόγος είναι ότι ένα κοινό Ελλήνων συνειδητοποίησε ότι το προϊόν που τους πουλάμε όλα αυτά τα χρόνια είναι ποιοτικό και εξελίσσεται. Και από εκεί που θα έπινε το ποτό του σε ένα μπαρ της Νέας Ερυθραίας, προτίμησε να πληρώσει τα ίδια και να κατεβεί στη Ριβιέρα, να απολαύσει τη θάλασσα, τα φώτα του κόλπου, τα άστρα στον αττικό ουρανό, τα δεμένα σκάφη από κάτω και να νιώσει ότι πήγε διακοπές στην ίδια του την πόλη.

Πόσο κοστίζει ένα ποτό στο Island και πόσο το φαγητό για ένα άτομο;

Το ποτό κοστίζει 10 ευρώ. Το φαγητό εξήντα ευρώ το άτομο με το ποτό του. Με φαγητό που, όπως μας είπε ο Valentino, είναι «από τις καλύτερες κουζίνες στον κόσμο με ατμόσφαιρα club», κάτι που δεν βρίσκεις εύκολα σε παγκόσμιο επίπεδο. Στο Κάπρι ή στο Σεν Τροπέ για παράδειγμα, αλλού θα πας να φας κι αλλού θα πας για clubbing, όπου συνήθως είναι κάποιο κλειστό μέρος ή και κάποιο υπόγειο.

Μετά από 25 χρόνια δουλειάς στη συγκεκριμένη βιομηχανία, ποιος είναι ο προσωπικός σου απολογισμός;

Όταν είσαι συνειδητοποιημένος επαγγελματίας, όταν είσαι αποφασισμένος να υποστηρίξεις το προϊόν σου και να το κάνεις με έναν νόμιμο τρόπο, μπορείς να βγεις κερδισμένος. Θα ταλαντευτείς, θα κουραστείς, θα ταλαιπωρηθείς με όσα συμβαίνουν στην ελληνική αγορά, αλλά θα τα καταφέρεις. Και, κακά τα ψέματα, η επιτυχία στη δουλειά μας είναι η διάρκεια. Φτιάξαμε ένα προϊόν, για το οποίο μιλούν από τους Forbes μέχρι τη New York Post, ένα μέρος που το επέλεξε για το πάρτι της η Meryl Streep, ένα μέρος που έχει ήδη συμπληρώσει 25 χρόνια ζωής.

Αλήθεια, η Meryl Streep πώς το επέλεξε;

Το επέλεξε γιατί το επιδίωξα. Όταν με πήρε η Μαριλίζα Τοτόμι, πρόεδρος της Universal Pictures και μου είπε «Χρύσανθε θα κάνουμε μια τιτάνια προσπάθεια, να γίνει η συνέντευξη τύπου του Mama Mia στην Ελλάδα; Τι μπορούμε να προσφέρουμε σε αυτούς τους ανθρώπους ώστε να έρθουν εδώ κι όχι στη Σουηδία που είναι τα δικαιώματα των Abba, μιας και η ταινία έχει γυριστεί στην Ελλάδα;» Και έκανα ότι ήταν δυνατό για να γίνει με τον καλύτερο τρόπο. Το στήσαμε πέντε συγκεκριμένοι άνθρωποι. Τα πράγματα γίνονται άμα τα παλέψεις. Δεν γίνονται τυχαία, υπάρχει πάρα πολύ μεγάλη προσπάθεια από πίσω. Ούτε ο Βαλεντίνο ήρθε τυχαία. Τη πρώτη χρονιά πείστηκε για να έλθει. Τη δεύτερη του άρεσε τόσο πολύ που θέλησε να ξανάρθει. Τίποτε δεν γίνεται τυχαία. Όλα θέλουν στρατηγική και πάρα πολλή δουλειά. Αυτό λέει η εμπειρία και ο απολογισμός, μετά από 25 χρόνια.

Υπάρχει επόμενος στόχος;

Να εμπλακώ περισσότερο με τη φιλοξενία και να προσπαθήσω να επικοινωνήσω εκτός από το «Athens Riviera» που είναι η καλοκαιρινή όψη της πόλης μου, και το «Athens Spirit» που αφορά τη χειμερινή πλευρά και έχει να κάνει με τη δημιουργία ενός προορισμού city break για τους κατοίκους των άλλων χωρών.