Δήμαρχοι με οριακή πλειοψηφία

Η περίπτωση του ντέρμπι στον δήμο Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης, όπου ο πρώτος συνδυασμός από τον δεύτερο απέχει μόλις 12 ψήφους διαφορά, είναι μεν η πιο κοντινή αλλά όχι η μόνη. Σε μια σειρά Δήμους καταγράφηκαν ανάλογα οριακά αποτελέσματα που όλα πρόκειται να κριθούν στο Πρωτοδικείο. Η πείρα μάλιστα των ανακαταμετρήσεων λέει κατηγορηματικά ότι ποτέ το αποτέλεσμα στο δεύτερο μέτρημα δεν είναι ίδιο με το πρώτο. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που έχει νομικές αλλά και σημαντικές πολιτικές προεκτάσεις.

Στον Δήμο Μεσσήνης υπήρξε η απόλυτη ισοπαλία: Οι δύο πρώτοι συνδυασμοί έλαβαν από 9.236 ψήφους στον δεύτερο γύρο, αποτέλεσμα που θα κρίνει ασφαλώς το εκλογοδικείο μετά από ανακαταμέτρηση. Σημειωτέον, ότι σύμφωνα με την εκλογική νομοθεσία, στην ισοψηφία γίνεται κλήρωση. Στον Δήμο Ανωγείων στο Ρέθυμνο, η πρωτιά κρίθηκε για μία μόλις ψήφο: 1.038 συγκέντρωσε ο πρώτος και 1.037 ο δεύτερος, αποτέλεσμα άκρως αμφισβητήσιμο ως προς την εγκυρότητά του. Στη Μεγαλόπολη, τον δήμο κερδίζει με 15 ψήφους ο Διονύσης Παπαδόπουλος, στον Δήμο Κορινθίων επανεκλέγεται ο Αλέξανδρος Πνευματικός με 52 ψήφους, στην Ερμιονίδα εκλέγεται με 59 ψήφους ο Δημήτρης Σφυρής και στη Νότια Κυνουρία εκλέγεται για πρώτη φορά, με 57 ψήφους διαφορά, ο Χαράλαμπος Λυσίκατος.

Στην πραγματικότητα και ανεξάρτητα από την τελική δικαστική απόφαση που θα κρίνει ανά περίπτωση και ενδεχομένως να διορθώσει λάθη, οι τοπικές κοινωνίες σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις είναι διχασμένες και το αποτέλεσμα δείχνει πρώτον, ότι κανείς δεν έχει “καθαρή εντολή” ή αλλιώς το λαϊκό έρεισμα της πρωτιάς και δεύτερον, ότι στις περιοχές αυτές την επόμενη πενταετία θα υπάρχουν δύο δήμαρχοι, με άλλα λόγια θα εδραιωθεί μια πολιτική κρίση αντιπροσώπευσης.

Το κενό αυτό υποτίθεται ότι θεραπεύει με την πρόνοιά του ο καλπονοθευτικός εκλογικός νόμος, στην ουσία όμως το επιτείνει. Σύμφωνα με τη νομοθεσία, ανεξάρτητα από το πόσο προβάδισμα έχει ο πρώτος από τον δεύτερο συνδυασμό του δεύτερου γύρου, αν δηλαδή προηγείται με μία ψήφο ή με 60%, πριμοδοτείται με τόσες έδρες στο δημοτικό ή περιφερειακό συμβούλιο ώστε να φτάσει τα 2/3 του σώματος. Πρόκειται για το αντίστοιχο του κοινοβουλευτικού μπόνους των 50 εδρών στο πρώτο κόμμα των εθνικών εκλογών. Επιπλέον όμως, στην τοπική αυτοδιοίκηση δεν προβλέπεται έκτακτη προσφυγή στις κάλπες, ούτε και διαδικασία μομφής προς τη δημοτική αρχή. Ο δήμαρχος δηλαδή είναι ακλόνητος από τη θέση του, εκτός από περιπτώσεις παραίτησης ή θανάτου, όπου και πάλι διενεργείται ψηφοφορία εντός του Δημοτικού Συμβουλίου και μόνο μεταξύ των μελών της πρώτης παράταξης.

Κατ’ αντιστοιχία όμως με το κοινοβούλιο, οι προστατευτικές προβλέψεις των εκλογικών νόμων δεν αρκούν για να αποσοβήσουν πολιτικές κρίσεις με τις αντιδημοκρατικές επί της ουσίας προβλέψεις τους. Ειδικά στο τοπικό επίπεδο, όπου υποχωρούν τα πολιτικά κριτήρια και υπερισχύουν τα προσωπικά, οι ανεξαρτητοποιήσεις δημοτικών συμβούλων γίνονται κανόνας στο βαθμό που μια δημοτική διοίκηση δεν ικανοποιεί προσωπικές κατά βάση φιλοδοξίες. Με αποτέλεσμα, οι υποτιθέμενες ισχυρές δημοτικές διοικήσεις για τις οποίες προνοεί ο εκλογικός νόμος, να γίνονται φύλλο και φτερό δι’ ασήμαντον αφορμήν. Και αν αυτά ισχύουν ούτως ή άλλως στο ρευστό τοπίο της τοπικής αυτοδιοίκησης όπως έχει δείξει μέχρι σήμερα η εμπειρία, στις περιπτώσεις των οριακών αποτελεσμάτων οι τάσεις αυτές ενισχύονται.

Όσο λοιπόν μικρότερη η διαφορά των δύο παρατάξεων που έφτασαν στον δεύτερο γύρο (άλλη αντιδημοκρατική μεθόδευση του εκλογικού νόμου…) τόσο εντείνεται η κρίση αντιπροσώπευσης σε δημοτικό επίπεδο, γιατί οι θεσμοί αδυνατούν να ακολουθήσουν τη λαϊκή βούληση. Το δημαρχοκεντρικό σύστημα διοίκησης δεν αναγνωρίζει τη “συνδιοίκηση”. Όμως στην πραγματικότητα, που δεν μπορεί να παραγνωρίζει κανείς, η λαϊκή ετυμηγορία σε τέτοιες περιπτώσεις δίνει διπλή εντολή

Τα νομικά βήματα

Βάσει νόμου μέσα στις επόμενες ημέρες ο Πρόεδρος Πρωτοδικών, εκθέτει τα πρακτικά της εκλογής μαζί με τον πίνακα των αποτελεσμάτων της στο Πρωτοδικείο επί πέντε ημέρες. Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα, οι ενδιαφερόμενοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν το εκλογικό υλικό και να το ελέγξουν. Η επανανακαταμέτρηση των ψήφων όμως δεν είναι μια θεσμοθετημένη αυτοτελής διαδικασία, αλλά πρόκειται για προπαρασκευαστικό στάδιο πριν το ενδεχόμενο των ενστάσεων. Μετά τον έλεγχο των ψηφοδελτίων, οι θιγόμενοι καταλήγουν αν και σε ποια εκλογικά τμήματα θα προχωρήσουν σε ένσταση.

Σύμφωνα με το άρθρο 47 του εκλογικού νόμου, λόγους ένστασης μπορούν να θεμελιώσουν: α) η έλλειψη νόμιμων προσόντων και η συνδρομή κωλυμάτων σε υποψηφίους που έχουν εκλεγεί β) η παράβαση του νόμου κατά τη διεξαγωγή της εκλογής ή κατά την εξαγωγή του εκλογικού αποτελέσματος ή κατά την ανακήρυξη των υποψήφιων συνδυασμών ή κατά την ανακήρυξη των επιτυχόντων και επιλαχόντων συνδυασμών και των προσώπων που ανήκουν σε αυτούς, γ) η ακυρότητα ή η εσφαλμένη αρίθμηση των ψηφοδελτίων.

Πάντως, η όλη διαδικασία των ενστάσεων δεν διακόπτει τη διαδικασία εκλογής. Αυτός που ανακηρύσσεται από το πρωτοδικείο, εγκαθίσταται στη δημοτική αρχή. Αν εξαιρέσει κανείς τη διαδικασία της ανακαταμέτρησης, η οποία γίνεται σύντομο χρονικό διάστημα, οι ενστάσεις περνούν πλέον από τις δικαστικές αίθουσες και συνήθως η ολοκλήρωσή τους είναι χρονοβόρα διαδικασία.

Του Γιώργου Λαουτάρη από τον Παλμό Γλυφάδας, 31/5/2014