Συνελήφθη ο 25χρονος δολοφόνος του Μένη Κουμανταρέα

Συνελήφθη ο 25χρονος δολοφόνος του Μένη Κουμανταρέα

Στα χέρια της Αστυνομίας, ο άνθρωπος που σκότωσε τον συγγραφέα Μένη Κουμανταρέα. Πρόκειται για έναν 26χρονο Ρουμάνο, που συνελήφθη σε πλατεία της Αθήνας.
Ο νεαρός ομολόγησε ότι είχε οικονομικές διαφορές με το θύμα, το οποίο γνώριζε εδώ και μια 10ετία και πως στη διάρκεια διαπληκτισμού τους, έσπρωξε τον συγγραφέα, ο οποίος έπεσε και έχασε τη ζωή του από την πτώση. Ωστόσο, η ομολογία δεν συνάδει με τα τραύματα που έφερε το θύμα.

Αναζητείται, άλλος ένας 26χρονος ομοεθνής του δολοφόνου, ενώ με τη σύλληψη αναμένεται να γίνουν γνωστά και τα κίνητρά του στυγερού εγκλήματος.
Ο Κουμανταρέας δέχθηκε χτυπήματα στο κεφάλι και στην κοιλιά και στη συνέχεια στραγγαλίστηκε. Ο δράστης χρησιμοποίησε τα χέρια του για να τον σκοτώσει, ενώ δεν έφερε αμυντικά τραύματα, κάτι που σημαίνει ότι είχε ακινητοποιηθεί.

Ο Μένης Κουμανταρέας, ένας από τους εμβληματικότερους πεζογράφους της μεταπολεμικής γενιάς, βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του τα ξημερώματα του Σαββάτου 6 Δεκεμβρίου. Ο συγγραφέας που ήταν 83 ετών, έφερε μώλωπες στον λαιμό και το πρόσωπο.

Η διπλή ζωή ενός σπουδαίου λογοτέχνη

To τελευταίο βιβλίο του «Θησαυρός του χρόνου», ήταν σε σημαντικό βαθμό βιωματικό και έντονα συγκινησιακό καθώς γράφτηκε μετά το θάνατο της αγαπημένης του συζύγου. Ο ήρωας αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο μια διπλή ζωή. Tη μέρα περνούσε μια αστική ζωή με την αγαπημένη του γυναίκα. Τα βράδια όμως αναζητούσε απολαύσεις στα στέκια του αγοραίου έρωτα, συνήθως με νεαρούς μετανάστες.

Είναι η διπλή ζωή, άλλη τη μέρα και άλλη τη νύχτα, που κεντρίζει την έμπνευση: «Πότε γράφω και παίζω μουσική καλύτερα; Μετά από ασωτίες, ντράβαλα και απιστίες. Λες και αυτά να είναι προϋποθέσεις για ανάταση ψυχής και δημιουργία. Κακούργα τέχνη!». Ο αφηγητής του (βιβλίου του) Θησαυρού του χρόνου ζει μια ζωή συχνά επικίνδυνη, από τα καφενεία των αλλοδαπών και τα ύποπτα μπαρ στις σκοτεινές γωνιές της πόλης, με τύπους ζόρικους, τσαμπουκάδες, που του αρπάζουν το ρολόι, του κάνουν απειλητικά τηλεφωνήματα, τον εκφοβίζουν ζητώντας χρήματα.

Φοβάται, όμως, ότι «όσο κι αν μετανοώ για τις νυχτερινές απερισκεψίες μου και κόπτομαι ότι δεν πρόκειται
να τις επαναλάβω, άλλο τόσο με τρώει η κούτρα μου και ξαναγυρίζω σ’ αυτές. Πράγματα μαθημένα κι απ’ τα διαβάσματα, μα που μόνο όταν τα ζεις καταλαβαίνεις την αδήριτη όσο και μάταιη αναγκαιότητά τους» εξομολογείται στους αναγνώστες και το κάνει γιατί «τα παθήματα δεν γίνονται μαθήματα και οι εξομολογήσεις σε φίλους σπάνια φτουράνε, ενώ ένα γραπτό αργά ή γρήγορα σε κάποια χέρια θα φτάσει».