Η κρατικοποίηση μιας καταστροφής και η ιδιωτικοποίηση της αποκατάστασης

Η κρατικοποίηση μιας καταστροφής και η ιδιωτικοποίηση της αποκατάστασης

Άγνωστες είναι ακόμη οι συνέπειες της εν εξελίξει οικολογικής καταστροφής που προκάλεσε το ναυάγιο του δεξαμενόπλοιου “Αγία Ζώνη ΙΙ” τα ξημερώματα της 9ης Σεπτεμβρίου 2017.

Η διαρροή πετρελαιοειδών στο Σαρωνικό, η μόλυνση των ακτών της Αττικής και η αντιμετώπιση της έκτακτης κρίσης όπως εξελίσσεται, αποκάλυψε δυστυχώς τις στρατηγικές ανεπάρκειες του ελληνικού κράτους σε υποδομές και μηχανισμούς προστασίας του περιβάλλοντος. Περαιτέρω όμως, έφερε στην επιφάνεια και το πόσο κερδοφόρα επιχείρηση μπορεί να αποβεί για ορισμένους αυτό που για τους περισσότερους ισοδυναμεί με καταστροφή.

Το παράδοξο της ιστορίας αυτής είναι το εξής:

Ένας ιδιώτης προκάλεσε μια οικολογική κρίση, η διαχείριση της οποίας ξέφυγε από τον έλεγχο. Το κόστος της καταστροφής μετά την αδυναμία του ιδιωτικού τομέα να εκπληρώσει το ρόλο του στην απορρύπανση, μετακυλίστηκε στο κράτος και τους Δήμους. Και οι Δήμοι με τη σειρά τους, εφόσον δεν διαθέτουν τις υποδομές, υπό το καθεστώς του κατεπείγοντος απευθύνθηκαν και πάλι στον ιδιωτικό τομέα για να αγοράσουν σχετικές υπηρεσίες.

Συνοπτικά, η καταστροφή πρώτα κρατικοποιήθηκε για να ιδιωτικοποιηθεί κατόπιν η αποκατάσταση.

Πώς έγιναν αναλυτικά τα πράγματα:

Από την πρώτη στιγμή που έγινε γνωστό το ναυάγιο του δεξαμενόπλοιου, η πλοιοκτήτρια εταιρεία ανέθεσε στην εταιρεία Spanopoulos Group “το έργο της αντιμετώπισης και του περιορισμού των συνεπειών του ναυαγίου στο θαλάσσιο περιβάλλον”, όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση της τελευταίας. Στο έργο συνεργάζεται η Τεχνική Προστασίας Περιβάλλοντος ΑΕ και άλλες εταιρείες.

Σύμφωνα με όσα δήλωσε σε συνέντευξή του ο υπουργός Ναυτιλίας, Παναγιώτης Κουρουμπλής, το χρονοδιάγραμμα των ενεργειών μετά το ναυάγιο που σημειώθηκε στις 2:45 τα ξημερώματα είχε ως εξής:

Στις 05:30 φτάνει το πρώτο αντιρρυπαντικό του Λιμενικού. Στις 06:14 το e-mail που ανατίθεται η ευθύνη ναυαγιαίρεσης στην ιδιωτική εταιρία από την ιδιοκτήτρια εταιρία. Στις 09:30 έχουν μπει τα φράγματα και στις 10:00 αρχίζει η στεγανοποίηση”.

Τέσσερις ημέρες μετά το ναυάγιο, στις 13 Σεπτεμβρίου, οι ελληνικές αρχές κάλεσαν τον ευρωπαϊκό φορέα EMSA (Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια της Ναυσιπλοΐας) προκειμένου να συνδράμει με το ειδικό του αντιρρυπαντικό πλοίο στον περιορισμό της μόλυνσης. Μετά την εμφανή αποτυχία λοιπόν να περιοριστεί η ρύπανση από τις ιδιωτικές εταιρείες, η ΕΕ μίσθωσε από την εταιρεία Τεχνική Προστασίας Περιβάλλοντος το εντυπωσιακό πλοίο “Ακταία OSRV”.

Η επέμβασή του όμως δεν πρόφτασε να σταματήσει τις πετρελαιοκηλίδες που έφτασαν στις ακτές των παραλιακών δήμων μέχρι τη Γλυφάδα.

Ο Δήμος Γλυφάδας κλήθηκε να διαχειριστεί μια από τις μεγαλύτερες περιβαλλοντικές καταστροφές που έχουν καταγραφεί στην ιστορία του. Μίσθωσε μηχανήματα και επιστράτευσε εθελοντές για την απομάκρυνση του πετρελαίου από την παραλία.

Παράλληλα κινητοποιήθηκε ο Δήμος Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης. Το πρωί της Πέμπτης 14 Σεπτεμβρίου κατέφτασε από τη Θεσσαλονίκη ένα πλωτό τεχνητό φράγμα που παρείχε άλλη ιδιωτική εταιρεία και ποντίστηκε εσπευσμένα για να σταματήσει την πετρελαιοκηλίδα. Το κόστος του φράγματος ανέρχεται σε 30.000 ευρώ την ημέρα! Σε ανάλογες ενέργειες προχώρησαν όλοι οι παραλιακοί Δήμοι που δέχτηκαν το μαύρο αυτό εφιάλτη στις ακτές τους.

Η περίπτωση του Δήμου Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης είναι όμως η πλέον χαρακτηριστική.

Πήρε θέλοντας και μη μια “καυτή πατάτα” από τα χέρια των ιδιωτών που απέτυχαν να περιορίσουν τη ρύπανση. Και με συνοπτικότατες διαδικασίες -μέσα σε λίγες ώρες- έπρεπε να κάνει έρευνα αγοράς και απευθείας ανάθεση σε μια άλλη ιδιωτική εταιρεία, δίνοντας ζεστό χρήμα από το δημοτικό ταμείο, προκειμένου να περιορίσει η νέα αυτή εταιρεία τη ρύπανση. Για το σκοπό αυτό έχει ήδη διαθέσει μέχρι σήμερα ποσό άνω των 300.000 ευρώ!

Και βέβαια, μέσα στον πανικό των στιγμών και με δεδομένο ότι πολύ λίγες εταιρείες δραστηριοποιούνται στον συγκεκριμένο τομέα, η όποια διαπραγμάτευση γίνεται με τον Δήμο σε απόλυτα μειονεκτική θέση…

Οι αποζημιώσεις και οι μαύρες τρύπες

Θεωρητικά το κόστος της απορρύπανσης, της περιβαλλοντικής αποκατάστασης και της αποζημίωσης όσων επλήγησαν βαραίνει την πλοιοκτήτρια εταιρεία (που φυσικά έχει ήδη χρεωκοπήσει) και την ασφάλειά της. Όπως έγινε γνωστό, η ασφάλεια υπέρ τρίτων που κάλυπτε το “Αγία Ζώνη ΙΙ” φτάνει ως τα 5 εκατομμύρια ευρώ, ποσό που θεωρείται …ασήμαντο.

Τα επιπλέον έξοδα θα καλυφθούν, θεωρητικά πάντα, από το IOPC Funds, το Διεθνές Ταμείο Αποζημιώσεων από Ρύπανση Πετρελαίου, ένα διακρατικό ασφαλιστικό κεφάλαιο, στο οποίο η Ελλάδα είναι μέλος εδώ και δεκαετίες. Το Ταμείο, σύμφωνα με δηλώσεις του επικεφαλής Διεθνών Σχέσεων μπορεί να καλύψει για το συμβάν του Σαρωνικού ως 900 εκατομμύρια ευρώ. Αρκεί οι άνθρωποι ή τα νομικά πρόσωπα που επηρεάστηκαν να προσκομίσουν σχετικά έγγραφα και αποδείξεις για τις απώλειές τους.

Στα χαρτιά όλα φαίνονται ιδανικά, όμως κανείς δεν μπορεί να είναι εκ των προτέρων βέβαιος για το μέγεθος των αποζημιώσεων και το χρόνο που αυτές θα αποδοθούν. Άραγε αν ένας Δήμος έχει εκταμιεύσει ήδη ένα δυσθεώρητο ποσό, εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ ή ακόμη και εκατομμυρίου όπως εκτιμάται π.χ. για τα 3Β, πώς άραγε θα καλυφθεί αυτή η “μαύρη τρύπα” στα ταμεία;

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Παλμός Γλυφάδας, 23 Σεπτεμβρίου 2017)