Η κυβερνησιμότητα των δήμων μετά την απλή αναλογική

Η κυβερνησιμότητα των δήμων μετά την απλή αναλογική

Τις δικλείδες ασφαλείας ώστε οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης να μην περιπέσουν σε υπολειτουργία σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συναίνεση εντός ενός Δημοτικού Συμβουλίου που δεν έχει την πλειοψηφική παρουσία μιας παράταξης, περιέγραψε προ ημερών σε ομιλία του ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών, Κώστας Πουλάκης.

Οι κυβερνητικοί παράγοντες βρίσκονται σε μια προσπάθεια να εξηγήσουν σε όλο τον κόσμο της αυτοδιοίκησης πλευρές της πρωτοβουλίας τους για μεταρρύθμιση του “Καλλικράτη” και στο πλαίσιο αυτό τόσο ο υπουργός Πάνος Σκουρλέτης, όσο περισσότερο ο Κώστας Πουλάκης, “οργώνουν” κυριολεκτικά την Ελλάδα συμμετέχοντας σε ανοιχτές εκδηλώσεις.

Από την ομιλία του Γενικού Γραμματέα στη Θεσσαλονίκη, όπου ανέπτυξε συνοπτικά τα 25 σημαντικότερα σημεία της κυβερνητικής πρότασης, ξεχωρίζει η αναφορά στις πρόνοιες του νέου θεσμικού πλαισίου ώστε η απλή αναλογική στις αυτοδιοικητικές εκλογές να μην καταστεί τροχοπέδη στις κεντρικές λειτουργίες ενός Δήμου.

Πρόκειται άλλωστε για το υπ’ αριθμόν ένα (και ίσως …μοναδικό) επιχείρημα των πολέμιων του συστήματος αναλογικής ανάδειξης των δημοτικών συμβουλίων, που βασίζουν την άποψή τους στη μέχρι σήμερα διαμορφωμένη πραγματικότητα της αυτοδιοίκησης.

Δύο λοιπόν θα είναι οι μηχανισμοί πρόληψης πολιτικών αναταράξεων στο νέο θεσμικό πλαίσιο που εισηγείται η κυβέρνηση.

Πρώτον, η αναβάθμιση του ρόλου της Εκτελεστικής Επιτροπής – και όχι του Δημάρχου.

Κατά την κυβέρνηση, η Επιτροπή αυτή στην οποία προεδρεύει ο Δήμαρχος και συμμετέχουν οι αντιδήμαρχοι θα “καταστεί το κέντρο παρακολούθησης και συντονισμού του έργου της Δημοτικής και Περιφερειακής Αρχής, αλλά και διαμόρφωσης των κατ’ αρχήν συναινέσεων”.

Το κλειδί εδώ είναι η σύνθεση του οργάνου αυτού, που πλέον βάσει της απλής αναλογικής δεν θα είναι πλέον μονοπαραταξιακό. Με άλλα λόγια, ο Δήμαρχος θα κληθεί να ορίσει αντιδημάρχους από τις αντίπαλες παρατάξεις, ώστε να εξασφαλίζει και την πλειοψηφία του Δημοτικού Συμβουλίου.

Στην ουσία διαμορφώνεται ένα πλαίσιο που ευνοεί ή σπρώχνει προς τη συνδιοίκηση. Οι μικρότερες παρατάξεις για πρώτη ίσως φορά στα χρονικά θα κληθούν να αναλάβουν καίριες θέσεις της δημοτικής διοίκησης, επηρεάζοντας τις αποφάσεις και δωρίζοντας στον Δήμαρχο την πολυπόθητη πλειοψηφία για να περνά αποφάσεις.

Αν αυτή η αλλαγή υιοθετηθεί, δεν είναι καθόλου απίθανο να δούμε στο μεσοδιάστημα από τον πρώτο στον δεύτερο γύρο των εκλογών να δημιουργούνται συμμαχίες παρατάξεων που θα διεκδικούν από κοινού τη διοίκηση.

Η δεύτερη δικλείδα ασφαλείας που προωθεί η κυβερνητική πρόταση είναι η ανάθεση στον Γενικό Γραμματέα του Δήμου ή της Περιφέρειας των αρμοδιοτήτων τρέχουσας διαχείρισης, “ώστε οι αιρετοί να επικεντρώνουν τις προσπάθειές τους κυρίως στα μείζονα και πιο πολιτικά ζητήματα της περιοχής τους”, όπως τονίζεται.

Το Υπουργείο Εσωτερικών τονίζει ότι ο Γενικός Γραμματέας θα παραμείνει ένα πρόσωπο που επιλέγει προσωπικά ο Δήμαρχος, έχει με άλλα λόγια εγκαταλείψει (σε αυτή τη φάση) να ορίζεται κεντρικά από την κυβέρνηση βάσει της υπαλληλικής ιεραρχίας, όπως ήταν μια αρχική σκέψη, που εξόργισε την ΚΕΔΕ.

Το σημείο αυτό είναι αρκετά θολό ακόμη και οι διατυπώσεις πολύ γενικές, όμως αυτό που διαφαίνεται είναι η αφαίρεση από το Δημοτικό Συμβούλιο μιας σειράς από τυπικές αρμοδιότητες που σήμερα καταλάμβαναν χώρο στους πίνακες ημερήσιας διάταξης των συνεδριάσεων.

Η κυβέρνηση προφανώς θέλει να διαχωρίσει τις λειτουργικές από τις πολιτικές αποφάσεις, ώστε να μη χρησιμοποιείται από τις μικρές μειοψηφίες το “βέτο” που θα αποκτήσουν στις αποφάσεις ως μοχλός πολιτικών πιέσεων.

Σε αυτά έρχεται να προστεθεί και η “θεσμοθέτηση διαδικασιών υποχρεωτικής διαβούλευσης, ώστε να διασφαλίζεται η επίτευξη της μέγιστης δυνατής συναίνεσης τόσο μέσα στο Δημοτικό και Περιφερειακό Συμβούλιο όσο και έξω από αυτό”. Η κυβερνητική πρόταση περιγράφει σε αδρές γραμμές μια μετεξέλιξη των καλλικρατικών θεσμών διαβούλευσης πάνω στα κορυφαία θέματα διοίκησης των ΟΤΑ (όπως ο προϋπολογισμός και το τεχνικό πρόγραμμα) που μένει να εξειδικευτεί.

Προς νέα ημερομηνία τοπικών εκλογών

Οπωσδήποτε έχει τη σημασία του το γεγονός ότι από το σύνολο των προτάσεων της Επιτροπής για την αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου της Αυτοδιοίκησης, ο Γενικός Γραμματέας του υπουργείου Εσωτερικών επέλεξε 25 ως κυριότερα σημεία.

Το τέταρτο λοιπόν από αυτά είναι η “αποσύνδεση της διεξαγωγής των αυτοδιοικητικών εκλογών από τις ευρωεκλογές”.

Αυτό με άλλα λόγια σημαίνει ότι ψηλά στην ατζέντα των κυβερνητικών επιλογών είναι ο ορισμός νέας ημερομηνίας αυτοδιοικητικών εκλογών, που ο “Καλλικράτης” όρισε για τον Μάιο του 2019.

Με δεδομένο ότι είναι τεχνικά και νομικά σχεδόν αδύνατος ο περιορισμός της θητείας των αιρετών, το πιθανότερο σενάριο είναι η ολιγόμηνη παράταση της θητείας των σημερινών διοικήσεων, ως περίοδος προσαρμογής στο νέο πλαίσιο. Αν προχωρήσουν οι κυβερνητικές αλλαγές, τότε οι δημοτικές και περιφερειακές εκλογές θα διεξαχθούν στα τέλη Οκτωβρίου του 2019, με τις νέες διοικήσεις να αναλαμβάνουν καθήκοντα την 1η Ιανουαρίου 2020.

Κατά τον Κώστα Πουλάκη η σύνδεση των εκλογών της Αυτοδιοίκησης με τις εκλογές για το Ευρωκοινοβούλιο υπηρετούσε μια “μπακαλίστικη λογική”, καθώς προκρίθηκε για οικονομικούς κυρίως λόγους.

Σύμφωνα με τον κυβερνητικό παράγοντα, η επιλογή αυτή “οδήγησε όχι μόνο σε θεσμικό χάος, αλλά και σε υποβάθμιση της πολιτικής σημασίας και των δύο εκλογικών διαδικασιών”.

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Παλμός Γλυφάδας, 20 Μαΐου 2017)