Μετέωρα βήματα του Δήμου των 3Β στην ψηφιακή εποχή

Μετέωρα βήματα του Δήμου των 3Β στην ψηφιακή εποχή

Κάποια ρεπορτάζ, όπως αυτό για τις εταιρείες λογισμικού και τη σχέση τους με τον δήμο Δάρης Βούλας Βουλιαγμένης είναι ικανά να προκαλέσουν και δεύτερες σκέψεις.

Του Αργύρη Καλλιανιώτη

Αρκεί βεβαίως η συζήτηση να ξεπεράσει το επίπεδο της άκριτης υπεράσπισης των επιλογών του δήμου ή αντίθετα την προσπάθεια ανακάλυψης σκοτεινών σκανδάλων.

Δυστυχώς όμως, όπως συνήθως γίνεται, σε αυτά τα ρηχά νερά κινήθηκε η κουβέντα για την πρόσφατη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης να πληρώσει ο δήμος ένα σεβαστό ποσό για την ετήσια συντήρηση και αναβάθμιση του λογισμικού που χρησιμοποιούν οι υπηρεσίες του.

Εκείνο που δεν συζητείται είναι πώς ο δήμος (και το ελληνικό Δημόσιο κατ’ επέκταση) θα προχωρήσει στην ψηφιακή εποχή όχι ως πελάτης λογισμικού αλλά ως ο κινητήριος μοχλός που θα θέτει πρότυπα βασισμένα στις ανάγκες καλύτερης εξυπηρέτησης του πολίτη και ταυτόχρονα να διασφαλίζει την μέγιστη ωφέλεια με το μικρότερο δυνατό κόστος.

Ορισμένα μόνο στοιχεία που προκύπτουν από δημοσιευμένες αποφάσεις του δήμου, ανακοινώσεις και ένα απλό ψάξιμο στο ίντερνετ.

Τρεις από τις εταιρείες ανέλαβαν την προμήθεια εφαρμογών λογισμικού του δήμου με πρόχειρο διαγωνισμό, όπου η καθεμία ανέλαβε το αντικείμενο στο οποίο εξειδικεύεται. Ικανοποιημένες όλες οι εταιρείες από το αποτέλεσμα, χρεώνουν κάθε χρόνο το δήμο με ποσά αναβάθμισης.

Δύο από τις εταιρείες παρότι ανήκουν στον τομέα της πληροφορικής δεν διαθέτουν καν ιστοσελίδα.

Μια από τις εταιρείες πληρώνεται για αναβαθμίσεις της εφαρμογής της, ενώ δεν μπαίνει κανείς στον κόπο να εξηγήσει ποιος ευθύνεται για το γεγονός ότι η εφαρμογή δεν είναι πλήρως αξιοποιήσιμη από το δήμο, όπως εξάλλου έχει εξαγγελθεί .

Όλες οι εταιρείες διαθέτουν προγράμματα που επεξεργάζονται έναν περιορισμένο αριθμό βάσεων δεδομένων. Καθένα από αυτά αντλεί πληροφορία και επεξεργάζεται ένα μέρος αυτών (είτε αφορά τους δημότες, είτε τους υπαλλήλους του δήμου, είτε στοιχεία του χώρου κ.λπ.). Καμία αλληλοδιαπλοκή δεν επιτυγχάνεται καθώς τεμαχίζεται ένα ενιαίο σύνολο σε επιμέρους τμήματα για να εξυπηρετήσει τη λειτουργία καθεμίας εφαρμογής.

Από τα παραπάνω είναι φανερή η απουσία ενός ολοκληρωμένου προγράμματος για το πώς πρέπει να αναπτυχθεί η μηχανογράφηση στο δήμο.

Η σημερινή λογική μπορεί να παρομοιαστεί με τη συμπεριφορά μιας νοικοκυράς που πάει στο super market, χωρίς λίστα για ψώνια, χωρίς πρόγραμμα εξόδων και χωρίς ένα μπούσουλα, έστω στοιχειώδη, για το τι θα χρειαστεί το επόμενο διάστημα το σπίτι. Αυτό σημαίνει σπατάλη χρημάτων, περιττές αγορές ή οικονομικές φαινομενικά αγορές με μακροπρόθεσμο όμως υψηλό κόστος.

Στην περίπτωσή μας αυτό είναι η κάλυψη κάθε φορά των αναγκών της στιγμής, με προμήθεια λογισμικού χωρίς αυτό να εντάσσεται σε έναν σχεδιασμό επαρκώς μελετημένο ώστε να αποβαίνει όχι μόνο τεχνικά επαρκής αλλά οικονομικά ωφέλιμος για το δήμο.

Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι ότι ο δήμος αγοράζει εφαρμογές για να διαχειρίζεται το καθημερινό έργο των υπηρεσιών του. Σωστά θα έλεγε κανείς καθώς επιτυγχάνει ταχύτητα και εξοικονόμηση πόρων με τη χρήση τη πληροφορικής. Ως εκεί όμως. Παραμένει ένας απλός πελάτης που μέσω των ετήσιων συμβολαίων αναβάθμισης , συντηρεί οικονομικά τις εταιρείες. Με αποκλειστικό κιόλας προνόμιο καθώς η ιδιοκτησία επί του κώδικα αποκλείει όποια άλλη επιλογή ενδεχομένως οικονομικότερη.

Επιπλέον ένα έργο που μπορεί να αντιμετωπιστεί συνολικά, όπως είναι η μηχανοργάνωση, διασπάται σε υποκατηγορίες. Καθεμιά από αυτές γίνεται αντικείμενο μόνιμης εκμετάλλευσης από μια εταιρεία, μια εφαρμογή.

Με απευθείας ανάθεση συχνά, καθώς το αντικείμενο έχει μικρύνει κατά συνέπεια και το τίμημα. Με διαδικασίες πρόχειρων διαγωνισμών που λίγοι συμμετέχουν. Όλοι καρπώνονται ένα κομμάτι του συνολικού αντικειμένου και όλοι μένουν ευχαριστημένοι εξασφαλίζοντας ένα μόνιμο, σταθερό και άκοπο τζίρο, καθώς οι πόροι που δαπανούν οι ετήσιες αναβαθμίσεις είναι ελάχιστες μπρος στα έσοδα από τις αμοιβές τους.

Στην πραγματικότητα, δεν φταίει ούτε ο δήμος που πληρώνει ούτε οι εταιρείες που χρεώνουν. Καθένας κάνει τη δουλειά του όπως την έμαθε.

Γιατί σε αντίθεση με όλον τον υπόλοιπο προηγμένο κόσμο η ανάπτυξη της πληροφορικής στην Ελλάδα δεν στηρίζεται στην εξέλιξη, τη συνεργασία, στην ανάπτυξη προτύπων αλλά στην προσκόλληση στο δημόσιο τομέα που συμπεριφέρεται ως η κότα που γεννάει αυγά συνέχεια. Όλοι μπορούν να πάρουν έστω και ένα αρκεί να έχουν κάθε φορά τις κατάλληλες διασυνδέσεις.

Συνέπεια είναι οι εταιρείες να καθορίζουν τους όρους και να κρατούν τους δήμους και τις δημόσιες υπηρεσίες ομήρους, μέσω των επεκτάσεων και των αναβαθμίσεων.

Η υπέρβαση αυτής της νοοτροπίας θα απαιτούσε ολοκληρωμένες μελέτες που θα έθεταν το δήμο από τη θέση του πελάτη, στη θέση εκείνου που θα καθορίζει τι παράγεται και με ποια εργαλεία. Θα προέκρινε λύσεις ανοιχτού, ελεύθερου λογισμικού, παραγγελία ολοκληρωμένων λύσεων που να καλύπτουν τις ανάγκες του. Λύσεις πλατφόρμας που εξασφαλίζουν αλληλεπίδραση, και διαδραστικότητα μεταξύ των διάφορων λειτουργιών.

Κριτήριο θα είναι η ποιότητα των υπηρεσιών και το όφελος του πολίτη από την επέκταση της μηχανοργάνωσης και παράλληλα η ανάγκη αυτό να γίνεται με το βέλτιστο μακροπρόθεσμα οικονομικό αποτέλεσμα. Τα χρήματα του πολίτη εξάλλου είναι αυτά που ο δήμος οφείλει να διαχειρίζεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Η αποσπασματική αντίληψη για την πληροφορική σημαίνει καθυστερήσεις, σπατάλες, συντήρηση και διαιώνιση ενός συστήματος που μόνο οι δήμοι και ο δημόσιος τομέας δεν κερδίζουν τελικά.

Στον 21ο αιώνα των τεράστιων δυνατοτήτων, ο δήμος απαιτείται να αναπτύξει ολοκληρωμένες μελέτες και μακρόπνοο πρόγραμμα πορείας στην ψηφιακή εποχή.


Δείτε το blog του Αργύρη Καλλιανιώτη