Ο Παντελής

Ο Παντελής

του Δημήτρη Ν. Μανιάτη από τη VICE

Προηγούμενο θανάτου λαϊκού τραγουδιστή σε τροχαίο είχαμε στα μακρινά 80s με την περίπτωση του Κώστα Κόλλια. Ο Κώστας ήταν μεγάλη φωνή, απόλυτα λαϊκή, πάνω στους παλιούς δρόμους. Μάγκας. Άφησε μερικά χιτ, ανάμεσά τους το Έρωτα μου Αγιάτρευτε (Τάκη Σούκα –Ηρακλή Παπασιδέρη). Πρόλαβε να πει τραγούδια μεγάλων λαϊκών συνθετών. Δεν πρόλαβε να αφήσει την σφραγίδα του στο μουσικό τοπίο.

Ο Παντελής Παντελίδης ήταν μια πολύ διαφορετική περίπτωση. Και σε διαφορετική εποχή με άλλα μαζικά ήθη. Για την ακρίβεια ο Κόλλιας πρόλαβε και έμεινε σε μια εποχή που τα πάλκα είχαν άλλο κώδικα, όρους. Οι δισκογραφικές είχαν ακόμη δύναμη και επιρροή. Συχνά και εκτός των μουσικών πεδίων. Η κοινωνία ήταν σε άνοδο ταξική. Ζούσαν και ήταν ενεργοί θηρία-βάρδοι όπως ο Καζαντζίδης, ο Γαβαλάς, ο Στράτος, ο Αγγελόπουλος, η Ρίτα. Η νύχτα ήταν μέρος της συλλογικής ζωής. Υπήρχε όμως κάτι που ένωνε την εποχή Κόλλια και Παντελή. Η δίψα και η ανάγκη του κόσμου για σουξέ. Για αυτό το παρηγορητικό τρίλεπτο, περιγραφικό και λυτρωτικό της στιγμής του κάθε ανθρώπου.

Ο Παντελίδης εισήλθε στο μουσικό μιντιακό τοπίο απ’ το παράθυρο. Δεν πρόλαβε να σκουπίσει τα πόδια του και να περάσει στο ρευστό στερέωμα. Με ναΐφ τρόπο επέλεξε να κρεμάσει ένα τραγούδι του στο YouTube. Το παιδί της διπλανής πόρτας, απ’ την λαϊκή Νέα Ιωνία, παίρνει την κιθάρα του και γράφει κάτι για μια ερωτική απόρριψη. Τι άλλο; Η συνέχεια είναι γνωστή. Το ένα τραγούδι πίσω απ’ το άλλο. Αμέσως viral. Ο Παντελής μας, έγινε γνωστός. Ο πρώην υπαξιωματικός και μπαλαδόρος τώρα είναι η φωνή που δονεί τα αμάξια στις λαϊκές συνοικίες. Μοιραία ήλθαν τα κέντρα. Μοιραία και η μεγάλη εταιρεία που μετά πια τον ανέλαβε. Αυτός όμως, ευτραφής, σχεδόν άγαρμπος, με χαμηλά το βλέμμα συνέχιζε να είναι ο Παντελής απ’ την Νέα Ιωνία. Οι παιδικοί του φίλοι ήταν μαζί του στα καμαρίνια. Σαν να ένιωθε λαθρεπιβάτης σε ένα αποδομημένο star system. Και ένιωθε πιο οικεία με τους δικούς του. Ο ήρωας της διπλανής πόρτας. Ένα κράμα Αρναούτογλου και Notis.

Με ένα τζιν, αθλητικά σπορτέξ και ένα σακάκι. Ένας πρώην καραβανάς που δεν είχε πρόβλημα να μιλήσει για την καψούρα του. Εκτιμήθηκε αυτό το δεύτερο. Μαζί με την τσαλκάντζα του. Την ευαισθησία του. Τον είδα μερικές φορές στα κέντρα. Αυτοί που τον πρόλαβαν ξέρουν τι σημαίνει να βουτάς στα γαρίφαλα, παραμένοντας ντροπαλός. Δεν ήταν μεγάλη φωνή. Δεν είπε μεγάλα τραγούδια. Έπιασε όμως τον καημό του μέσου όρου. Που είχε κουραστεί απ’ τους μετροσέξουαλ και τους στιλίστες. Που ήθελε στα σκληρά μνημονιακά χρόνια, ένα δικό του παιδί να ανεβαίνει στην πίστα. Ίσως μέσω του Παντελή, χιλιάδες νέα παιδιά έβλεπαν την εκδίκηση του άγνωστου. Τον τρόπο που μπορεί ένα βίντεο να σε εκτινάξει δίπλα στον Βασίλη Καρρά ή στην Πάολα. Να βγάλεις λεφτά. Να θέλουν όλοι μια selfie μαζί σου.

Ο Παντελίδης όπως όλοι οι pop λαϊκοί σταρ, έκανε επιτυχία στον κόσμο. Σε κομμώτριες και μεταπτυχιακούς. Κι αυτό είναι που κάνει την επιτυχία. Και υπάρχει διαφορά με την επιτυχία που κάποιοι κάνουν αλλά μόνον στο κοινό τους. Άλλο η επιτυχία στον κόσμο. Άλλο να βρεις και να εντοπίσεις το μαζικό ελατήριο. Η απώλεια, ο αδόκητος θάνατος του Παντελή, δεν ξέρω αν αφήνει κενό στην νύχτα. Είναι νωπή η απώλεια. Η Ελλάδα εξάλλου προχώρησε και χωρίς Στράτο. Και η νύχτα έχει μετασχηματιστεί τόσο με την σειρά της. Ο ίδιος μοιάζει με αλεξιπτωτιστή. Ήλθε, έγραψε, είπε, έκλαψε, έφυγε. Μου θυμίζει περίπτωση Χρήστου Κυριαζή. Ένα ναΐφ ύφος, ένας μικρός κύκλος ιδιοσυγκρασιακών τραγουδιών. Ένας ερασιτεχνισμός της διπλανής πόρτας που όμως επειδή ντύνει μια αλήθεια ερωτική, επιδοκιμάζεται. Και περνάει στον κόσμο.

Ο Παντελής Παντελίδης άφησε μερικά τραγούδια που θα ακούγονται για καιρό. Και μαζί του πήρε το θάρρος και το θράσος του παιδιού της διπλανής πόρτας που νίκησε για λίγο τους κανόνες της μαζικής ανάδειξης και κατασκευής σταρ. Χωρίς να το κάνει και ο ίδιος πολύ θέμα.