Το λογοτεχνικό μήνυμα του Μητροπολίτη Γλυφάδας Παύλου για το 2014

Ελύτη, Σολωμό αλλά και αρχαίους συγγραφείς, επιστρατεύει ο Μητροπολίτης Γλυφάδας, Ελληνικού και Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης στο πρωτοχρονιάτικo μήνυμά του, σε μια σπάνια σύνθεση που στέλνει ένα θερμό και με σαφείς πολιτικές αιχμές μήνυμα.

Ολόκληρο το κείμενο του Μητροπολίτη Παύλου:

Ἀδελφοί μου καί τέκνα μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

«Ὁ τοῦ φωτός χορηγός,
καί τῶν αἰώνων ποιητής Κύριος,
ἐν τῷ φωτί τῶν σῶν προσταγμάτων
ὁδήγησον ἡμᾶς».

Αὐτόν τόν ὕμνο τῆς σημερινῆς ἑορτῆς,
προτείνουμε, ὡς εὐχή γιά τή νέα χρονιά.
Ὅλες οἱ ὑπόλοιπες ἑόρτιες προσφωνήσεις,
ὅπως τά «χρόνια πολλά», «καλή χρονιά»,
«εὐτυχισμένο καί αἴσιον τό νέον ἔτος»,
εἶναι χωρίς περιεχόμενο,
καί τό μόνο πού ἔχουν νά προσφέρουν εἶναι
μία ψευτοεορταστική κάλυψη τῆς ἀπελπισίας,
καί τῶν ἀδιεξόδων πού προσφέρουν, καί θά προσφέρουν,
οἱ πολιτικές, οἰκονομικές καί κοινωνικές
συντεταγμένες τῆς χρονιᾶς πού πέρασε,
καί τῆς χρονιᾶς πού ἔρχεται.
Καί τότε, μόλις ἀρχίζει ὁ πειρασμός, νά σκοτίζει τό νοῦ μου,
μνημονεύω «τόν τοῦ φωτός χορηγόν,
καί τῶν αἰώνων ποιητήν Κύριον».
Καί μετά θυμᾶμαι ,
στά μέτρα τῆς ἀνθρώπινης παρηγορίας,
τόν ποιητή:
«Ὅπου καί νά θολώνει ὁ νοῦς σας
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
καί μνημονεύετε Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη»( Ἐλύτης).

Τότε ἀνακαλύπτω πώς,
δέν εἶμαι μόνος μου,
ἐγώ μέ τούς ἐσκοτισμένους μου διαλογισμούς.
Ἔχω μαζί μου «τόν τοῦ φωτός χορηγόν»,
καί μία μακραίωνη παράδοση ὅλων ἐκείνων,
πού μέ θεῖο φωτισμό,
ἤ καί σπερματικό λόγο ,
ἀντιστάθηκαν στήν ταραχή καί τήν ἀπόγνωση.

Καί ἡ σκέψη μου βηματίζει
πρίν, πολύ πρίν, ἀπό τόν Σολωμό,
σέ ἕνα ἀρχαῖο γνωμικό «Ψεύδεσθαι, ἀνελεύθερον,
ἡ ἀλήθεια, γενναῖον».
Ὁ πολιτισμός σ’αὐτή τή γωνιά τῆς γῆς
οἰκοδομήθηκε ἐπάνω στή γενναιότητα τῆς ἀλήθειας.
Κι ὅπου βασιλεύει τό φῶς,
σκοτάδια δέν ἰσχύουν.

Ὅταν, μετά, ἡ ἀλήθεια ἔλαβε πρόσωπο,
καί «σάρξ ἐγένετο»,
ἦταν ἀδύνατο, αὐτός ὁ πολιτισμός,
νά ἀμαυρωθεῖ,
ἐκτός κι ἄν λησμονοῦσε,
τό κάλλος τό ἀρχαῖο, καί «τόν τοῦ φωτός χορηγόν».
Μᾶς τό εἶχε ἐπισημάνει
ὁ τοῦ σπερματικοῦ λόγου, Πολύβιος,
στίς ἱστορίες του:
«Τῆς ἀληθείας, ἀφαιρεθείσης ἐκ τῆς ἱστορίας,
τό ἀπομένον ἀνωφελές».
«Ὅταν ἀπό τήν ἱστορία ἀφαιρεθεῖ ἡ ἀλήθεια,
αὐτό, πού ἀπομένει, δέν ὠφελεῖ σέ τίποτε».

Γιά νά οἰκοδομηθεῖ σωστό μέλλον,
πρέπει νά γνωρίσουμε σωστά τήν ἱστορία μας.
Στήν πορεία αὐτή ,
τοῦ ξεκαθαρίσματος τῆς ἱστορικῆς μας μνήμης,
δέν δύναμαι νά παραβλέψω αὐτά, πού εἶπε
ἕνας ἄλλος λειτουργός τοῦ λόγου τοῦ σπερματικοῦ,
ὁ Ἱσοκράτης σέ ὁμιλία του (Ἀρεοπαγίτικος) :

«Ἐκεῖνοι, πού τότε εἶχαν
τήν εὐθύνη τῆς διοικήσεως τῆς πόλεως, δέν ἐγκατέστησαν πολίτευμα,
πού νά ἔχει μέν ὄνομα λαϊκώτατο καί ὡραιότατο, τήν δημοκρατία, στήν ἐφαρμογή του ὅμως
νά ἀποδεικνύεται στούς πολίτες, ὅτι δέν εἶναι τοιοῦτο, οὔτε ἐγκατέστησαν πολίτευμα
πού νά ἐκπαιδεύει τούς πολίτες ἔτσι ὥστε νά θεωροῦν
τήν ἀκολασία δημοκρατία, τήν παρανομία ἐλευθερία, τήν αὐθάδεια ἰσονομία , ἀλλά πολίτευμα, τό ὁποῖο θά βελτίωνε τούς πολίτες καί θά τούς ἔκανε φρονιμώτερους».

Τό εἶχε ἐπισημάνει καί ὁ Ἀριστοτέλης:
«Τότε εἶναι, πού ἀναδύεται ἕνας τύραννος, ὅταν ἐμφανίζεται ἀρχικά, ὡς προστάτης».
Τώρα πλέον, ἀφοῦ στήριξα τό νοῦ καί τήν καρδιά μου
στό στέρεο θεμέλιο τοῦ «Χορηγοῦ τοῦ φωτός»,
καί ἀφοῦ ὁμολόγησα τόν Χριστό «Φῶς ἐκ Φωτός»,
καί κατανόησα, πώς Ἐκεῖνος
ἔκανε τούς ἀρχαίους συμπολίτες μου,
μύστες τοῦ μυστηρίου τοῦ σπερματικοῦ λόγου,
μπορῶ νά ἀξιοποιήσω τήν ποιητική προτροπή:
«Ὅπου καί νά θολώνει ὁ νοῦς σας
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
καί μνημονεύετε Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη» (Ἐλύτης).

Ὁ Σολωμός στό ποίημά του
«Ὕμνος στήν ἐλευθερία»,
στόν Ἐθνικό δηλαδή μας Ὕμνο,
ἐρωτᾶ τούς πολιτικούς τοῦ τόπου:
«Tί θά κάμετε; Θ’ ἀφῆστε
νά ἀποκτήσωμεν ἐμεῖς
Λευθερίαν ἤ θά τήν λῦστε
ἐξ αἰτίας Πολιτικῆς;».

Καί μέ ὕφος σκωπτικό
καλεῖ τούς ἀγωνιστές τῶν Θερμοπυλῶν,
νά προσέξουν, ἐάν ἐμεῖς οἱ ἀπόγονοί τους
ἔχουμε ὁμοιότητα μαζί τους:

«Ὤ τρακόσιοι! Σηκωθῆτε
καί ξανάλθετε σ’ ἐμᾶς
τά παιδιά σας θέλ’ ἰδῆτε
πόσο μοιάζουνε μ’ ἐσᾶς» .
Καί καλεῖ τήν Ἑλλάδα
νά συνδέσει τήν ἐλευθερία της,
μέ τόν «Ἐλευθερωτή» Χριστό:
«Μέ φωνή πού καταπείθει,
προχωρώντας ὁμιλεῖς,
Σήμερ’, ἄπιστοι, ἐγεννήθη,
ναί, τοῦ κόσμου ὁ Λυτρωτής».

Ὁ λειτουργός τῆς νηπτικῆς λογοτεχνίας,
κύρ’ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης,
ἀγγίζει θέματα, πού δίνουν ἀπαντήσεις,
στή σημερινή οἰκονομική κρίση: «Ἡ ἀργία ἐγέννησε τήν πενίαν.
Ἡ πενία ἔτεκεν τήν πείναν. Ἡ πείνα παρήγαγε τήν ὄρεξιν.
Ἡ ὄρεξις ἐγέννησε τήν αὐθαιρεσίαν.
Ἡ αὐθαιρεσία ἐγέννησε τήν ληστείαν.
Ἡ ληστεία ἐγέννησε τήν πολιτικήν.
Ἰδού ἡ αὐθεντική καταγωγή τοῦ τέρατος τούτου.»

«Ἡ πλουτοκρατία ἦτο, εἶναι καί θά εἶναι,
ὁ μόνιμος ἄρχων τοῦ κόσμου,
ὁ διαρκής ἀντίχριστος.
Αὐτή γεννᾶ τήν ἀδικίαν, αὐτή τρέφει τήν κακουργίαν,
αὐτή φθείρει σώματα καί ψυχάς.»
«Καί τί πταίει;
Ἡ γλαῦξ, ἡ θρηνοῦσα ἐπί ἐρειπίων;
Πταίουν οἱ πλάσαντες τά ἐρείπια.
Καί τά ἐρείπια τά ἔπλασαν
οἱ ἀνίκανοι κυβερνῆται τῆς Ἑλλάδος.»
Καί ὁλοκληρώνει τήν τόσο ἐπίκαιρη κριτική του ,
ὁ κύρ’ Ἀλέξανδρος:
«Γιά ν’ ἀποκτήσει κανείς γρόσια, ἄλλος τρόπος δέν εἶναι,
πρέπει νἄχει μεγάλη τύχη, νά βρεῖ στραβόν κόσμο,
καί νά εἶναι αὐτός μ’ ἕνα μάτι, δέν τοῦ χρειάζονται δύο.
Πρέπει νά φάει σπίτια, νά καταπιεῖ χωράφια,
νά βουλιάξει καράβια,
μέ τριανταέξ τά ἑκατό θαλασσοδάνεια, τό διάφορο κεφάλι.
Ἄνευ ψεύδους οὐδεμία ὑπόθεσις εὐοδοῦται.»

Ὁ ποιητικός λόγος ἐκείνων, πού ἀγαποῦν τόν τόπον αὐτόν,
μᾶς θυμίζει πώς ξεχάσαμε τήν πατρίδα μας,
γιά ξένους οὐρανούς:
«Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
Χρόνια ξενιτεμένος ἦρθες,
μὲ εἰκόνες ποὺ ἔχεις ἀναθρέψει,
κάτω ἀπὸ ξένους οὐρανοὺς,
μακριὰ ἀπ᾿ τὸν τόπο τὸν δικό σου.
– Γυρεύω τὸν παλιό μου κῆπο·
τὰ δέντρα μοῦ ἔρχουνται, ὡς τὴ μέση
κι’ οἱ λόφοι μοιάζουν μὲ πεζούλια
κι ὅμως σὰν ἤμουνα παιδὶ
ἔπαιζα πάνω στὸ χορτάρι» ( Σεφέρης).

Μήπως ὁ λόγος τοῦ ἄλλου μυσταγωγικοῦ ποιητοῦ,
αὐτῆς τῆς χώρας,
δέν μᾶς περιγράφει ἐναργῶς,
τοὺς ἐμπόρους τῶν λαῶν,
πού θέλουν αὐτή τήν πατρίδα
σκουπίδι τῶν ἐθνῶν; «Μιά μέρα θά ‘ρθεῖ, πού ὁ φελλός θά μιμηθεῖ τήν ἄγκυρα
καί θά κλέψει τή γεύση τοῦ βυθοῦ»( Ἐλύτης).

«Ὄμορφη καί παράξενη πατρίδα, κλαίει, φιλεῖ τό χῶμα, ξενιτεύεται, μένει στούς πέντε δρόμους, ἀντρειεύεται, μπαίνει σ’ ἕνα βαρκάκι, πιάνει ὠκεανούς».
Αὐτός ὁ τόπος ἔχει τήν δύναμη, πού ἔχουν
ὅλοι οἱ ἀδύναμοι καί οἱ ἐλάχιστοι τῆς γῆς:
«Ἀπό τό ἐλάχιστο, φτάνεις πιό σύντομα ὁπουδήποτε» (Ἐλύτης).

«Ἐάν ἀποσυνθέσεις τήν Ἑλλάδα, στό τέλος θά δεῖς, νά σοῦ ἀπομένουν μιά ἐλιά,
ἕνα ἀμπέλι, κι ἕνα καράβι. Πού σημαίνει: μέ ἄλλα τόσα τήν ξαναφτιάχνεις». «Ὥσπου τέλος ἔνιωσα
κι ἂς πᾶ᾿ νὰ μ᾿ ἔλεγαν τρελὸ,
πώς ἀπό ῾να τίποτα, γίνεται ὁ Παράδεισος. Δὲν παίζω μὲ τὰ λόγια. Μιλῶ γιὰ τὴν κίνηση, ποὺ ἀνακαλύπτει κανεὶς,
νὰ σημειώνεται μέσα στὴ «στιγμή», ὅταν καταφέρει νὰ τὴν ἀνοίξει καὶ νὰ τῆς δώσει διάρκεια. Ὁπόταν, πραγματικά, καὶ ἡ Θλίψις γίνεται Χάρις
καὶ ἡ Χάρις Ἄγγελος» (Ἐλύτης).

Ἐδῶ σ’αὐτή τή γῆ, μποροῦμε νά στεκόμαστε σταθερά , ἄν τό ἕνα πόδι εἶναι πέρα ἀπό τή γῆ,
«Γιά νά πατᾶς στέρεα στή γῆ, πρέπει τό ἕνα πόδι σου νά εἶναι ἔξω ἀπό τή γῆ» (Ἐλύτης). Ἐδῶ σ’αὐτή τή γῆ ,δοῦλοι δέν εἶναι εὔκολο νά γίνουμε ,
ἄν ἔχουμε ὕμνο καί δοξολογία. «Μέ τίς ξόβεργες μπορεῖ νά πιάνεις πουλιά, δέν πιάνεις ποτέ τό κελαηδητό τους» (Ἐλύτης).
Ἀρκεῖ, νά προσέξουμε, νά μήν μᾶς κατηγορήσουν τά χελιδόνια,
γιά τήν ἄνοιξη, πού δέν φέραμε:
«Κεῖνο πού σοῦ προσάπτουνε τά χελιδόνια εἶναι,
ἡ ἄνοιξη πού δέν ἔφερες» (Ἐλύτης).

Τέκνα μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
οἱ πύλες τῆς ἱστορίας ἄνοιξαν,
προκειμένου νά βηματίσει ὁ νέος χρόνος τό ταξίδι του.
Ἐπειδή ὅμως στό ταξίδι αὐτό
Συμμετέχουμε, ὡς βασικό πλήρωμα,
καί ἴσως στίς καρδιές μερικῶν, φωλιάσει ὁ φόβος, γιά τούς πιθανούς κινδύνους,
ἀπό τρικυμίες καί καταιγίδες,
κατακλείουμε τίς εὐχετηρίους δεήσεις μας,
μέ ἕνα κείμενο μνήμης τοῦ γενετικοῦ κῴδικα τοῦ τόπου μας:

«Ποῦ πᾶς, καραβάκι, μέ τέτοιον καιρό;
Σέ μάχεται ἡ θάλασσα, δέν τήν φοβᾶσαι;
Ἀνέμοι σφυρίζουν καί πέφτει νερό,
ποῦ πᾶς, καραβάκι, μέ τέτοιον καιρό;»

«Γιά χώρα πηγαίνω πολύ μακρινή.
Θά φέξουνε φάροι πολλοί, νά περάσω.
Βοριάδες, νοτιάδες θά βρῶ, μά θά φτάσω
μέ πρίμο ἀγεράκι, μ’ ἀκέριο πανί.»

«Κι οἱ κάβοι ἄν σοῦ στήσουν τή νύχτα καρτέρι;
Ἀπάνω σου ἄν πέσει τό κύμα θεριό
καί πάρει τούς ναῦτες καί τόν τιμονιέρη;
Ποῦ πᾶς, καραβάκι, μέ τέτοιον καιρό;»

«Ψηλά στό ἐκκλησάκι τοῦ βράχου,πού ἀσπρίζει,
γιά μένα ἔχουν κάμει κρυφή λειτουργία·
ὀρθός ὁ Χριστός, τό τιμόνι μου ἀγγίζει,
στήν πλώρη μου στέκει, ἡ Παρθένα Μαρία» (Σπεράντζας).
Ἀδελφοί μου,
εὔχομαι ὁ χρόνος αὐτός νά γίνει, γιά μᾶς καί τίς οἰκογένειές μας
καί ὅλη τήν οἰκουμένη,
σωτήριον ἔτος Χριστοῦ,
«γιά νά μήν μᾶς κατηγορήσουν τά χελιδόνια,
γιά τήν ἄνοιξη, πού δέν φέραμε».
Ὁ Ἐπίσκοπος καί Ποιμενάρχης σας
+ Ὁ Γλυφάδας, Ἑλληνικοῦ, Βούλας, Βουλιαγμένης καί Βάρης,
ΠΑΥΛΟΣ ὁ Α’