Τζορτ Πελεκάνος: «Να πάνε να απαυτωθούν οι μ...ς που βρίζουν την Ελλάδα»

Τζορτ Πελεκάνος: «Να πάνε να απαυτωθούν οι μ…ς που βρίζουν την Ελλάδα»

Δεν νομίζω πως είναι πρέπον να σχολιάσω την κατάσταση της Ελλάδας. Ποιος είμαι εγώ, να σας πω πώς να κουμαντάρετε τη χώρα σας; Απλά κρατήστε ανοιχτά τα σύνορα για εμένα. Αυτό ζητώ μόνο.

Στην Αθήνα για διάλεξη στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών

Σήμερα στην Ελλάδα ο διάσημος ελληνοαμερικανός συγγραφέας – Ο Σπαρτιάτης που εκκλησιάζεται κάθε εβδομάδα στην Ουάσινγκτον, ο αγαπημένος του Ομπάμα, δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του για την πατρίδα του και τα σύμβολα που τον ανέθρεψαν

της Τίνα Μανδηλαρά

H διαφορά ανάμεσα σε έναν Αμερικανό συγγραφέα και έναν ελληνικής καταγωγής -όπως ο διάσημος πλέον Τζορτζ Πελεκάνος- δεν βρίσκεται μόνο στον χρυσό βαπτιστικό σταυρό που κοσμεί το δασύτριχο σπαρτιάτικο στέρνο: μάλλον έχει να κάνει με το απόλυτο σθένος με το οποίο εκφράζει τις απόψεις του. Διαφαίνεται στη φράση «να απαυτωθούν οι μ…ς» που βρίζουν την Ελλάδα, το οποίο επαναλαμβάνει ο Πελεκάνος στις συνεντεύξεις του, αλλά και στον κατηγορηματικό τρόπο με τον οποίο εκφράζει τις πολιτικές του θέσεις, που τάσσονται σαφώς υπέρ του Μπαράκ Ομπάμα.

Και πωλητής γυναικείων παπουτσιών

Ο Πελεκάνος δεν μασάει και -το σημαντικότερο- δεν αγχώνεται με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η έντονη μαχητικότητα με την οποία υπερασπίζεται τον τόπο καταγωγής του. «Πάντα φροντίζω να τους εξηγώ δυο πραγματάκια για το τι εστί δημοκρατία και πολιτισμός», έλεγε σε πρόσφατη συνέντευξή του – κι αυτό όχι λόγω αρρωστημένου κολλήματος με τη γαλανόλευκη αλλά λόγω βαθιάς γνώσης ότι έγινε άντρας χάρη στον ιδρώτα που έριχνε ο πατέρας του στο κακοφωτισμένο ντάινερ που διατηρούσε για χρόνια στην Ουάσινγκτον. Και ο ίδιος φρόντισε να έχει ενεργό ρόλο στο «μαγαζί», όπως εξακολουθεί να το αποκαλεί ακόμη στα ελληνικά τονίζοντας με αμηχανία τα σύμφωνα, με το να ψήνει μπέργκερ στην άβολη κουζίνα και να σκουπίζει το πάτωμα μαζί με τους μαύρους υπαλλήλους, να κάνει λάντζα και να αστειεύεται με τους περιθωριακούς και τυχάρπαστους πελάτες. Ο,τι έμαθε από τη χρόνια τριβή του στα βρόμικα δάπεδα του εστιατορίου και των δρόμων το κράτησε σαν πολύτιμο θησαυρό και το έριξε στη φόρα των εκατοντάδων σελίδων που έθρεψαν τη φήμη του.

Μετά τον περιβόητο Νικ Στέφανος που τον έκανε διάσημο, τον Ντμίτρι Καράς, αλλά και τον πρόσφατο πρωταγωνιστή της «Προμήθειας» Σπίρο Λούκας, ο συγγραφέας έχει κάθε λόγο να συνδέει τα προσωπικά βιώματα με τα νουάρ μυθιστορήματά του. Και παρότι πέρασε πολλά και έπρεπε να φτάσει στην τρίτη δεκαετία της ζωής του για να κάνει το μεράκι του επάγγελμα, ποτέ δεν απαρνήθηκε τα σύμβολα που τον έθρεψαν. Αλλωστε αυτά είναι που τον έφεραν στην πρώτη γραμμή: με τον τελευταίο του πρωταγωνιστή, τον Σπίρο, ο οποίος μεγάλωσε, όπως κι ο ίδιος, σε οικογένεια Ελληνοαμερικανών μαζί με τρία ακόμη υιοθετημένα αδέλφια, ο συγγραφέας φαίνεται να κερδίζει επιτέλους τον έπαινο του δήμου και των σοφιστών.

Εκτός του ότι ανάγκασε το σινάφι να αναγνωρίσει τη λογοτεχνική του κλάση και τον λατρεμένο του πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα να τον χρίσει αγαπημένο του μυθιστοριογράφο, ώθησε αναγνωρισμένους συγγραφείς όπως ο Στίβεν Κινγκ να δηλώσουν πως «το πρώτο του βιβλίο με ήρωα τον Σπίρο Λούκας επιβεβαιώνει ότι ο Πελεκάνος είναι ίσως ο μεγαλύτερος εν ζωή συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων της Αμερικής». Τίτλος όχι μικρός αν αναλογιστεί κανείς και τις παράδοξες ιδιότητες που χαρίζει ο Πελεκάνος στον πρωταγωνιστή του: πρώην πεζοναύτης που υπηρέτησε στο Ιράκ, του αρέσουν η μουσική και το καγιάκ, τα b-movies, έχει μανία με τον Σέρτζιο Λεόνε και δεν μπορεί να αντισταθεί στο φαγητό και τις ωραίες γυναίκες. Και από εδώ αρχίζουν οι μεγάλες διαφορές που χωρίζουν τον συγγραφέα από τον ήρωά του: ο Πελεκάνος δεν αθλείται το ίδιο φανατικά, ούτε επιδίδεται, όπως ο ίδιος παραδέχεται, σε ακραίες ερωτικές περιπτύξεις. Παραμένει εδώ και μισό αιώνα πιστός στη γυναίκα του και στα τρία υιοθετημένα τους τέκνα αφού η οικογένεια είναι η αξία που έμαθε να τιμάει από τα μικράτα του. Το παράδοξο τρίπτυχο πατρίς – θρησκεία – οικογένεια ήταν γι’ αυτόν μάλλον σύμβολο επιβίωσης μέσα σε μια χοάνη από ετερόθρησκους, ξένους που του πετούσαν στα μούτρα με τον πιο βάρβαρο τρόπο την ελληνική καταγωγή του. Και τότε είναι που αποφάσισε να μετατρέψει το υποτιθέμενο μειονέκτημά του σε πλεονέκτημα ανάγοντας οτιδήποτε ελληνικό σε απαρασάλευτη παντιέρα.

Ομολογεί ότι εκκλησιάζεται ακόμη κάθε Κυριακή -όπως τότε που ήταν παιδί- και ασπάζεται τη σπαρτιάτικη ηθική που του είχε εμφυσήσει ο πατέρας του, Πιτ Πελεκάνος, βετεράνος πεζοναύτης του Παγκοσμίου Πολέμου, παρότι οι μεταξύ τους καβγάδες ήταν πάντα ομηρικοί. Ο λόγος ήταν ότι ποτέ ο σκληροτράχηλος πατέρας δεν αποδέχτηκε τη βαθιά καλλιτεχνική ευαισθησία του γιου που τον έκανε να ονειρεύεται στην αλλόκοτη εφηβεία του ότι κάποτε θα γινόταν κινηματογραφιστής και κατόπιν συγγραφέας. Προκειμένου, μάλιστα, να πληρώνει τα πανάκριβα δίδακτρα στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ όπου σπούδαζε κινηματογράφο, ο Τζορτζ Πελεκάνος δοκίμασε όλα τα επαγγέλματα του ποδαριού που μπορεί να κάνει ένας φιλόδοξος νεαρός, επιμένοντας ωστόσο ότι από το σκληρό πεζοδρόμιο προτιμάει τον φαντασιόπληκτο ονειρικό κόσμο των βιβλίων.

Μόνο που, εκτός από το να διαβάζει πολύ, έμαθε και να δουλεύει σκληρά – ένα «κουσούρι» που, όπως λέει, σημαδεύει για πάντα και με τρόπο ακραία μαζοχιστικό τα παιδιά που έμαθαν να φτύνουν αίμα για να πετύχουν τον πολυπόθητο στόχο. Ετσι και τώρα, που ο ίδιος έχει καταξιωθεί και έχει κερδίσει πολλούς πόντους στον κλειστό κύκλο των λογοτεχνικά ισχυρών, δεν σταματά να γράφει πυρετωδώς φροντίζοντας τα εισοδήματα από τα βιβλία του να εξασφαλίζουν τη μελλοντική αποκατάσταση του ίδιου και της οικογένειάς του. Αυτό το περίτεχνο κουβάρι στο οποίο χωράνε εξίσου τα διδάγματα του κατηχητικού, ο μύθος του καλού παιδιού, η ζεστασιά της ελληνικής οικογένειας και η ενοχή που σημαδεύει οποιονδήποτε Ελληνα τολμήσει να αλλαξοπιστήσει είναι που κάνει τον Πελεκάνος ακαταμάχητο στους Αμερικανούς και γοητευτικά αληθινό στους συντοπίτες του.

Η κατάσταση στην Ελλάδα

Ο ίδιος πάντως δηλώνει ότι ενδιαφέρεται ειλικρινά γι’ αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα και ότι πολεμάει με όποιον τρόπο μπορεί τις επιθέσεις εναντίον της. Ξέρει καλά τι σημαίνει Χρυσή Αυγή, γνωρίζει τις αλλαγές στο πολιτικό τοπίο και είναι χαρούμενος που επιστρέφει, έστω και υπό αυτές τις συνθήκες, στη χώρα του πατέρα του αρκετά χρόνια από τότε που περνούσε εδώ τις διακοπές του. Αλλωστε ακόμη κι αν δεν επισκέπτεται συχνά τον τόπο καταγωγής του, τα άγραφα ιδανικά που του εμφύσησε η ελληνική οικογένεια είναι αυτά που, όπως δηλώνει κι ο ίδιος με βεβαιότητα, θα τον ακολουθούν μέχρι τον θάνατό του. «Καλός σύζυγος, καλός πατέρας, καλός φίλος, καλός συγγραφέας» είναι οι τέσσερις χαρακτηρισμοί που θα ήθελε ο Ελληνοαμερικανός συγγραφέας να χαραχτούν πάνω στον τάφο του.

Φανατικό αναγνωστικό κοινό

Εκτός από το διάσημο «The Wire» -μία από τις καλύτερες σειρές όλων των εποχών, όπως έχει ήδη αποδειχτεί-, ο Ελληνοαμερικανός σεναριογράφος και συγγραφέας έχει διακριθεί για τη σειρά «Treme», ενώ υπήρξε και πολύτιμος συνεργάτης του «Pacific», της μίνι τηλεοπτικής σειράς με παραγωγούς τα φιλαράκια του, Στίβεν Σπίλμπεργκ και Τομ Χανκς. Πρόσφατα, με αφορμή μια συνέντευξή του στο πλαίσιο της γνωστής περιοδείας που κάνουν (μόνο) οι διάσημοι συγγραφείς όταν βγάζουν καινούριο βιβλίο, δήλωσε ότι δεν χαίρεται τόσο με τις αντιδράσεις των φανατικών του αναγνωστών όσο με τη συνειδητοποίηση ότι μπορεί και κάνει τη δουλειά που πραγματικά αγαπά. Αν και ευειδής και με αξιομνημόνευτη «διεισδυτικότητα» στο γυναικείο κοινό, ο Πελεκάνος επιμένει ότι το πρώτο που κάνει στις περιοδείες είναι να κολλάει μια φωτογραφία των παιδιών του στην πρώτη σελίδα του βιβλίου που διαβάζει «για να την κοιτάζω και να θυμάμαι για ποιο λόγο ταξιδεύω κάθε μέρα και σε διαφορετική πόλη».

Αλλά και πάλι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν απαραίτητο γιατί όσο διάσημος και αν γίνει ο Τζορτζ Πελεκάνος ποτέ δεν πρόκειται να ξεχάσει την πραγματική καταγωγή του – και ειδικά τη μεγάλη «ελληνική» εικόνα, όπου τα αγόρια αγαπάνε, κλαίνε, παλεύουν, φαντασιώνονται και τιμούν κάθε τους λόγο και κουβέντα. Και αυτό το αγόρι με τον τίμιο χαρακτήρα, τη σπαρτιάτικη μπέσα και το μαγκιόρο βλέμμα θυμίζει τον Ελληνα που θα θέλαμε όλοι να είμαστε – ή όλες να έχουμε.

Πηγή