Η απόφαση του ΣτΕ που έβαλε τέλος στο εκλογικό θρίλερ στα 3Β

Η απόφαση του ΣτΕ που έβαλε τέλος στο εκλογικό θρίλερ στα 3Β

Ένας πλήρης χρόνος συμπληρώθηκε τη Δευτέρα από τη βραδιά θρίλερ στις 25 Μαΐου 2014 κατά τις επαναληπτικές εκλογές για τον Δήμο Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης.

Ήταν τότε που αρκετά μετά τα μεσάνυχτα, έχοντας φτάσει 3 τα ξημερώματα, έγινε γνωστό το τελευταίο τηλεγράφημα με τα αποτελέσματα από ένα πολύ αργοπορημένο εκλογικό τμήμα της Βάρης, το οποίο έδωσε στον συνδυασμό του Γρηγόρη Κωνσταντέλλου τη διαφορά των 12 ψήφων (στο Εκλογοδικείο έγινε διαφορά 8 ψήφων), η οποία αμέσως οδήγησε σε μεγάλους πανηγυρισμούς στη λεωφόρο Βασιλέως Παύλου στη Βούλα, όπου και το στρατηγείο της παράταξης.

Εξαρχής ήταν φανερό ότι η ισχνή διαφορά μεταξύ των δύο διεκδικητών της δημαρχίας, Πανά και Κωνσταντέλλου, θα μετέφερε την αντιπαράθεση στις δικαστικές αίθουσες. Το γνώριζε πολύ καλά αυτό ο Γρηγόρης Κωνσταντέλλος, τόσο ώστε να το αναφέρει μάλιστα στις πρώτες του δημόσιες δηλώσεις…

Όπως παρουσιάσε αποκλειστικά ο “Παλμός”, στη δημοσιότητα δόθηκε αυτή την εβδομάδα, και συγκεκριμένα την Τετάρτη 27 Μαΐου 2015, όταν και υπεγράφη από την Πρόεδρο του Γ’ Τμήματος του ΣτΕ, η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου με την οποία το αποτέλεσμα των εκλογών θεωρείται πλέον οριστικό και αμετάκλητο.

Πρόκειται για την απόφαση 1717 του 2015, η οποία απέρριψε την αίτηση αναίρεσης που κατέθεσε η Ανεξάρτητη Κίνηση Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης και ο επικεφαλής της, Σπύρος Πανάς, για την απόφαση του Εκλογοδικείου. Το Εκλογοδικείο θυμίζουμε ότι τον Νοέμβριο του 2014 είχε πει το πρώτο “όχι” για την ανατροπή του αποτελέσματος, απορρίπτοντας την ένσταση που κατέθεσε η παράταξη της μείζονος μειοψηφίας.

Δείτε εδώ ολόκληρο το έγγραφο με την Απόφαση 1717/2015 του ΣτΕ.

Το σκεπτικό

Από τον Ιούνιο του 2015, λίγες ημέρες μετά τις εκλογές, είχε γίνει σαφές λόγω των ευρημάτων της επανακαταμέτρησης των ψηφοδελτίων, ότι το κεντρικό πρόβλημα των εκλογών που θα καλούνταν να λύσουν τα δικαστήρια ήταν τα ευρήματα στο εκλογικό τμήμα 4585.

Στην πραγματικότητα, τόσο η ένσταση ενώπιον του Εκλογοδικείου, όσο και η αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, εστίαζε στα πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα συμβάντα του συγκεκριμένου τμήματος:

Διαπιστώθηκε ότι έλειπαν 10 ψηφοδέλτια τα οποία η δικαστική αντιπρόσωπος κατέγραψε υπέρ του Γρηγόρη Κωνσταντέλλου, ενώ τα στοιχεία στα υπόλοιπα εκλογικά έγγραφα ήταν αντιφατικά ως προς τον αριθμό των ψηφισάντων. Η απόφαση του ΣτΕ κάνει λόγο για “ελλείψεις”, “παρατυπίες”, “πλημμέλειες”, “προφανείς αταξίες” ως προς την τήρηση των εκλογικών εγγράφων. Με δεδομένο ότι η διαφορά των δύο συνδυασμό ήταν μόλις 8 ψήφοι, η διαλεύκανση του συγκεκριμένου ζητήματος μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και στην ανατροπή του αποτελέσματος…

Στην πραγματικότητα, η υπόθεση του Δήμου Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης πλέον θα χρησιμοποιείται από τα δικαστήρια ως ορόσημο στη νομολογία του ΣτΕ. Όπως αναφέρεται σχετικά στην απόφαση,

«για το τιθέμενο νομικό ζήτημα της λειτουργίας και των ορίων του τεκμηρίου εγκυρότητας ελλειπόντων ψηφοδελτίων με την αλληλοσυμπλήρωση των εκλογικών εγγράφων, όταν τα έγγραφα αυτά έχουν τηρηθεί πλημμελώς, δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας”.

Το κεντρικό επιχείρημα των δικηγόρων της Ανεξάρτητης Κίνησης, ήταν ότι αφού λείπουν τα ψηφοδέλτια που έδωσαν τη νίκη στον Γρηγόρη Κωνσταντέλλο, στερήθηκε ο συνδυασμός του Σπύρου Πανά τη δυνατότητα να ελέγξει αν αυτά ήταν όντως έγκυρα και στην περίπτωση που δεν ήταν, να τα προσβάλλει στο Εκλογοδικείο όπως συνέβη με εκατοντάδες άλλα.

Αναφέρει όμως το ΣτΕ:

“Μόνο το γεγονός της μη ανευρέσεως εντός του εκλογικού σάκου κατά την αποσφράγιση αυτού ορισμένου αριθμού ψηφοδελτίων δεν συνεπάγεται αναγκαίως ακυρότητα των ψηφοδελτίων αυτών, διότι η απώλεια των ψηφοδελτίων μπορεί να αναπληρωθεί από τα λοιπά εκλογικά έγγραφα, τα οποία μεταξύ τους αλληλοσυμπληρώνονται ως προς την απόδειξη που παρέχουν”.

Τι γίνεται όμως αν εκτός την απουσία των ψηφοδελτίων, παρατηρούνται και παρατυπίες στην τήρηση των εκλογικών βιβλίων και της διαδικασίας καταμέτρησης; Στην καρδιά του νομικού ζητήματος, το ΣτΕ ορίζει ότι ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, δεν επιτρέπεται να βγουν άκυρα τα εν λόγω ψηφοδέλτια:

“Η απόδειξη της εγκυρότητας των απολεσθέντων ψηφοδελτίων και κατά συνέπεια της γνησιότητας του εκλογικού αποτελέσματος δεν καθίσταται άνευ άλλου αδύνατη εκ του γεγονότος ότι κάποιο ή κάποια από τα έγγραφα αυτά παρουσιάζουν ελλείψεις ή παρατυπίες, αρκεί οι συγκεκριμένες πλημμέλειες, κατά την αιτιολογημένη εκτίμηση του δικαστηρίου, ως εκ της φύσεώς τους, να μην είναι ικανές να δημιουργήσουν οποιαδήποτε αμφιβολία, με βάση και τα δεδομένα της υποθέσεως, ότι το αποτέλεσμα της εκλογής, λόγω και της έλλειψης του σώματος των ψηφοδελτίων, θα ήταν διαφορετικό”.

Αφού λοιπόν οι παρατυπίες στα εκλογικά έγγραφα δεν ήταν τέτοιου τύπου που να δημιουργούν υποψίες για αλλοίωση του αποτελέσματος, τα ψηφοδέλτια πρέπει να λογισθούν ως έγκυρα:

“Ο λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως ότι μόνη η απώλεια των επίμαχων δέκα ψηφοδελτίων στο 4585 εκλογικό τμήμα σε συνδυασμό και με τις προφανείς αταξίες που διαπίστωσε το δικάσαν δικαστήριο στα λοιπά στοιχεία της εκλογικής διαδικασίας στο ανωτέρω εκλογικό τμήμα, οδηγεί άνευ άλλου στο συμπέρασμα ότι τα ψηφοδέλτια αυτά πρέπει να λογισθούν ως άκυρα, διότι κατά τους αναιρεσείοντες (σ.σ. την Ανεξάρτητη Κίνηση), από την έλλειψη αυτή συνάγεται κατ’ αρχήν δικαστικό τεκμήριο περί της ανυπαρξίας τους, από το οποίο δημιουργείται, περαιτέρω, και εύλογη αμφιβολία ως προς το εκλογικό αποτέλεσμα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος”.

Το ανώτατο δικαστήριο απέρριψε όμως κι άλλον έναν ισχυρισμό της πλευράς του Σπύρου Πανά, ότι το Εκλογιδικείο στην απόφασή του δεν έκρινε εν συνόλω τις εκλογικές παραβάσεις του συγκεκριμένου τμήματος και άρα οδηγήθηκε σε λάθος συμπέρασμα:

“Ο λόγος αναιρέσεως με τον οποία υποστηρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (σ.σ. του Εκλογοδικείου) πάσχει επί πλέον και ως προς την πληρότητα της αιτιολογίας της, διότι καίτοι εξέτασε μεμονωμένα κάθε επικληθείσα εκλογική παράβαση και ήχθη στην κρίση ότι δεν αρκούσε κάθε μία από μόνη της να οδηγήσει στην ακύρωση των ελλειπόντων ψηφοδελτίων, εντούτοις παρέλειψε να κρίνει την επιρροή που ενδεχομένως θα ασκούσε επί της εγκυρότητας της εκλογής το σύνολο των παραβάσεων αυτών σε συνδυασμό και με την απώλεια των ψηφοδελτίων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός, με τον οποίο αμφισβητείται η επάρκεια της αιτιολογίας της κρίσεων του δικάσαντος δικαστηρίου, δεν θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου νομικό ζήτημα, ως προς το οποίο συντρέχουν οι δικονομικές προϋποθέσεις παραδεκτού”.

Η προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας της Ανεξάρτητης Κίνησης πρόβαλε τέλος μια σειρά από περιπτώσεις μεμονωμένων ψηφοδελτίων που είτε ακυρώθηκαν είτε θεωρήθηκαν έγκυρα από το Εκλογοδικείο κατά εσφαλμένο κατ’ αυτήν τρόπο. Όμως το Ανώτατο Δικαστήριο αρνήθηκε να εξετάσει την ουσία των περιπτώσεων αυτών, ως αναρμόδιο:

“Οι κατά τα ως άνω κρίσεις (σ.σ. επί ψηφοδελτίων) όμως του δικάσαντος δικαστηρίου (σ.σ. του Εκλογοδικείου), που σχετίζονται με την ύπαρξη ή την ανυπαρξία επί των ψηφοδελτίων, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, διακριτικών γνωρισμάτων, ανάγονται σε εκτιμήσεις επί ουσιαστικών ζητημάτων και δεν προσβάλλονται παραδεκτώς”.

Και παρακάτω:

“Και οι ανωτέρω όμως λόγοι αναιρέσεως (σ.σ. για άλλες περιπτώσεις ψηφοδελτίων) ανεξαρτήτως των κρίσεων των επικαλουμένων αποφάσεων του ΑΕΔ και του Συμβουλίου της Επικρατείας, αμφισβητούν την επάρκεια της αιτιολογίας της κρίσεως του δικάσαντος δικαστηρίου (σ.σ. του Εκλογιδικείου) επί ουσιαστικών ζητημάτων, και συνεπώς […] δεν προβάλλονται παραδεκτώς”.

Στο τέλος του σκεπτικού των 27 σελίδων με τις υπογραφές του Προεδρεύοντα Συμβούλου, Μ. Βηλαρά και της Γραμματέως, Γ. Μουλοπούλου, η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας καταλήγει:

“Διά ταύτα, απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση”.

Δημοσιεύτηκε στον Παλμό Γλυφάδας, 28 Μαΐου 2015