Οι τρεις σχολές στην αυτοδιοίκηση

Έχουν την ιδιομορφία τους οι αυτοδιοικητικές εκλογές. Ειδικά στις ανά δήμους εκλογικές αναμετρήσεις, πολλές φορές οι ψηφοφόροι παραμερίζουν τις παγιωμένες τους πολιτικές προτιμήσεις, οι “κοψοχέρηδες” των εθνικών εκλογών βάζουν νερό στο κρασί τους και γενικώς υπερισχύουν τα λεγόμενα αυτοδιοικητικά κριτήρια.

Στην πραγματικότητα, οι υποψήφιοι δήμαρχοι και δημοτικοί σύμβουλοι είναι οι πιο κοντινοί και προσιτοί πολιτικοί εκπρόσωποι στον δημότη, με αποτέλεσμα πολλές φορές τα προσωπικά κριτήρια να επισκιάζουν κάθε άλλο. Σε αντίθεση με την κεντρική πολιτική σκηνή, που η μετάδοση των πολιτικών μηνυμάτων γίνεται σχεδόν αποκλειστικά με μαζικούς όρους μάρκετινγκ, στα δημοτικά πράγματα η προσωπική επικοινωνία έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα. Ψηφίζουμε τον γείτονά μας, τον παλιό συμμαθητή, τον συνεργάτη, τον οικογενειακό φίλο. Η λογική αυτή επικρατεί κατά κανόνα, γιατί υπάρχουν και εξαιρέσεις.

Γενικά, μπορούμε να διακρίνουμε τρία πολιτικά ρεύματα στην αυτοδιοίκηση.

Πρώτη είναι η σχολή της διαχείρισης. Σ’ αυτήν ανήκει μεγάλη πλειοψηφία των δημοτικών παρατάξεων που διεκδικούν στις περισσότερες περιοχές τα ηνία της δημοτικής αρχής και που δρουν εντός του πλαισίου που ορίζει διαχρονικά η κυβερνητική πολιτική της χώρας. Τα προεκλογικά προγράμματα των συνδυασμών αυτών δεν διαφέρουν ριζικά σε λογική και δομή, πολλές φορές ούτε στα επιμέρους. Εκείνο που οι επικεφαλής των συνδυασμών αυτών προβάλλουν ως συγκριτικό πλεονέκτημα είναι η διαχειριστική τους ικανότητα: Εξασφάλιση πόρων, διαχείριση των κονδυλίων, προσβάσεις στην κεντρική εξουσία για άσκηση πιέσεων. Κατά δεύτερο λόγο και πιο σπάνια, αντιπαρατίθενται ως προς δευτερεύουσες πλευρές της ανάπτυξης σε κάθε περιοχή, ένα πεδίο όμως όπου γίνεται περισσότερο μια θεωρητική συζήτηση. Κι αυτό γιατί όπως έδειξαν τρία πολύ πρόσφατα παραδείγματα –το σχέδιο αξιοποίησης του Αστέρα Βουλιαγμένης, το νομοσχέδιο του υπουργείου Περιβάλλοντος για τις αλλαγές στη χρήση γης των πόλεων και το νομοσχέδιο για τις αλλαγές στον αιγιαλό – η κυβέρνηση είναι αυτή που αποφασίζει πλέον στα μείζονα τοπικά και υπερτοπικά ζητήματα με νομοθετικές πρωτοβουλίες ερήμην της τοπικής κοινωνίας.

Δεύτερη σχολή είναι αυτή της ρήξης. Πρόκειται για ένα πολιτικό ρεύμα που απορρίπτει το μοντέλο όπου ο δήμος είναι συνέχεια του κράτους, ενός τοπικού κράτους που επιβάλλει φόρους, φιμώνει τη θέληση των πολλών και εναρμονίζεται με την εκάστοτε κυβερνητική πολιτική. Εδώ θα συναντήσουμε τα δημοτικά ψηφοδέλτια της Λαϊκής Συσπείρωσης σε όλη τη χώρα, δηλαδή συνδυασμούς με σαφή αναφορά στο Κομμουνιστικό Κόμμα και την πολιτική του. Αλλά και μικρότερους συνδυασμούς, όπως αυτός της Αριστερής Πρωτοβουλίας Γλυφάδας με επικεφαλής τον Νίκο Πυρουνάκη. Το ρεύμα αυτό, αν και το χαρακτηρίζει πολιτική συνέπεια λόγων και έργων, όπως επίσης και μια πραγματικά διαφορετική προσέγγιση στην πολιτική, έρχεται αντιμέτωπο με σοβαρές αντιφάσεις κάθε φορά που καλείται να πάρει στα χέρια του τη διοίκηση ενός Δήμου.

Τρίτη σχολή είναι μια ενδιάμεση προσέγγιση, που χαρακτηρίζεται από ρητορική ρήξης στα γενικά ζητήματα αλλά διαχειριστικό πρόγραμμα στα επιμέρους. Βασικός εκφραστής του ρεύματος αυτού είναι ο χώρος του ΣΥΡΙΖΑ και οι συνδυασμοί που στηρίζει. Και το ρεύμα αυτό στην εφαρμοσμένη πολιτική, στο τιμόνι δηλαδή μιας δημοτικής αρχής, όπου έχει αναδειχθεί, έρχεται αντιμέτωπο με τις ίδιες του τις αντιφάσεις: Όταν η κυβέρνηση αποφασίζει την απόλυση – διαθεσιμότητα του προσωπικού ή συναφή ζητήματα, κανείς Δήμαρχος δεν έχει την εξουσία να αποτρέψει τις αποφάσεις, για να αναφέρουμε ένα πρόσφατο παράδειγμα. Χαρακτηριστικό λοιπόν αυτής της αυτοδιοικητικής σχολής είναι η επιδίωξή της για μια εύθραυστη (και σύμφωνα με πολλούς ανέφικτη) ισορροπία μεταξύ επίσημης και εναλλακτικής πολιτικής.

Το πολιτικό μήνυμα των περιφερειών

Οι περιφερειακές εκλογές, αντίθετα με τις δημοτικές, προσφέρονται στους ψηφοφόρους για να εκφράσουν τις συνολικές πολιτικές τους αντιλήψεις. Εκεί κρίνονται πολιτικές για ευρύτερες γεωγραφικές ζώνες που ξεπερνούν τα τοπικά όρια ενώ την ίδια στιγμή τα πολιτικά κόμματα στη μεγάλη τους πλειοψηφία έχουν ταυτιστεί με συγκεκριμένες υποψηφιότητες. Για το λόγο αυτό, κατά κύριο λόγο οι περιφέρειες είναι που το βράδυ της Κυριακής θα δώσουν χρώμα στον πολιτικό χάρτη της χώρας.

Ωστόσο φέτος ισχύουν δύο ιδιομορφίες που μπορεί να επηρεάσουν καταλυτικά τόσο το εκλογικό αποτέλεσμα όσο και την ερμηνεία του. Η πρώτη είναι ότι ο δεύτερος γύρος των αυτοδιοικητικών εκλογών συμπίπτει με τις ευρωεκλογές, μια κατεξοχήν πολιτική μάχη όπου θα αναμετρηθούν κεντρικά πολιτικά προγράμματα. Σύμφωνα με μία ερμηνεία, η σύμπτωση αυτή θα προσδώσει στις αυτοδιοικητικές κάλπες περισσότερο τοπικό χρώμα, αφού η ψήφος διαμαρτυρίας ή η ψήφος επιδοκιμασίας θα κατευθυνθεί στις ευρωκάλπες. Δεύτερη ιδιομορφία των φετινών εκλογών είναι η κατάρρευση της δημοτικότητας του πάλαι ποτέ δικομματισμού, μεταξύ ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, που έχει οδηγήσει στην ανάδυση ανεξάρτητων υποψηφιοτήτων ή ορθότερα, υποψηφιοτήτων που αρνούνται την κομματική ταύτιση.

Του Γιώργου Λαουτάρη από τον Παλμό Γλυφάδας, 17/5/2014