Παναγία Φανερωμένη στη Βουλιαγμένη: Παράδοση και πρωτοπορία

Παναγία Φανερωμένη στη Βουλιαγμένη: Παράδοση και πρωτοπορία

Ένα ξάφνιασμα περιμένει τον επισκέπτη του ναού της Παναγίας Φανερωμένης που λειτουργεί στη Βουλιαγμένη επί της λεωφόρου Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Οι όγκοι είναι γνώριμοι, τα σχήματα παραδοσιακά. Κι όμως δεν είναι άλλη μία παραδοσιακή εκκλησία.

Κάθε γωνία και λεπτομέρεια είναι σχεδιασμένη με άποψη και έμπνευση, έτσι που από την πλέον παραδοσιακή βάση, τη βυζαντινή δηλαδή τεχνοτροπία που καλλιεργείται για πάνω από μιάμιση χιλιετία, να αναδύονται λεπτομέρειες που παραπέμπουν περισσότερο σε αρχιτεκτονική πρωτοπορία.

Τίποτα σ’ αυτό το ναό δεν είναι τυχαία στη θέση του. Από το αρχικό σχέδιο μέχρι το μικρότερο αντικείμενο, όλα υπηρετούν ένα ενιαίο σκεπτικό. Η αρχιτέκτονας σχεδίασε ειδικά γι’ αυτή την εκκλησία το τέμπλο, το δεσποτικό, τις καρέκλες, το παγκάρι, τον πολυέλαιο, τα μανουάλια.

Το χρώμα της εκκλησίας, οι γυάλινες καμάρες πάνω από τις εισόδους, το «κρυφό» πνευματικό κέντρο στα θεμέλια του ναού, όλα δείχνουν στον επισκέπτη ότι υπάρχουν πολλά στοιχεία να ανακαλύψει, πίσω από το πρώτο επίπεδο του προφανούς.

Η αρχιτέκτων Βούλα Διδώνη

Η αρχιτέκτων Βούλα Διδώνη

Για την εκκλησία που τράβηξε από την πρώτη στιγμή τα βλέμματα και απέσπασε θετικά σχόλια που επουδενί δεν συνηθίζονται για κτίρια αυτού του είδους, μιλήσαμε αποκλειστικά με την αρχιτέκτονα και δημιουργό όλης της ιδέας, Βούλα Διδώνη.

Η ιστορία της εκκλησίας ξεκινά σχεδόν 30 χρόνια πριν. Την ίδια τοποθεσία είχε ξεκινήσει να κτίζεται ένας ναός, που όμως έμεινε στα μπετά του υπογείου. «Ήταν όμως με τελείως διαφορετικό σχέδιο, άλλου μεγέθους, άλλης αντίληψης», εξηγεί η Βούλα Διδώνη.

Και διευκρινίζει:

«Η δική μου άποψη είναι ότι θα έπρεπε να είναι μια εκκλησία που να βρίσκεται μέσα στη σημερινή πραγματικότητα, σαν ένα μέρος της περιοχής. Αλλά να μην αντιγράφει από το παρελθόν. Βέβαια, δεν ήθελα να χρησιμοποιήσω και τελείως καινούρια πράγματα, όσον αφορά τις μορφές, τους όγκους, τη μορφολογία».

Ο ρυθμός της εκκλησίας είναι ελεύθερος σταυροειδής με τρούλο. Η επιφάνειά της αγγίζει τα 580 τετραγωνικά.

Όπως μας εξηγεί η αρχιτέκτονας, «κρατήθηκα στο τυπικό των βυζαντινών εκκλησιών, της παράδοσης, γιατί οι όγκοι που έδιναν οι παραδοσιακές μορφές είχαν πάρα πολύ ενδιαφέρον. Έτσι μπορούσα μέσα από την παράδοση, χωρίς αντιγραφή αλλά με έμπνευση και κρατώντας τις βαθύτερες αξίες αυτών των στοιχείων να προχωρήσω σε ένα σύγχρονο σχεδιασμό».

Ηρεμία και όχι καταπίεση

Είναι αλήθεια ότι λίγοι είναι οι ορθόδοξοι ναοί που εμπνέουν γαλήνη στον επισκέπτη. Είναι συνήθως οι εκκλησίες που έχουν εμφανή τα σημάδια των χρόνων, τα μικρά παλιά ξωκλήσια.

Οι νέες εκκλησίες χαρακτηρίζονται από την τάση για εντυπωσιασμό, για υπερβολή των σχημάτων, των χρωμάτων και των υλικών.

Η Βούλα Διδώνη επισημαίνει ότι ο τελικός χαρακτήρας του ναού, η αίσθηση που θα δίνει είναι αντικείμενο επιλογής του αρχιτέκτονα. Η ίδια κινήθηκε σε τελείως διαφορετικούς δρόμους από την πεπατημένη:

«Τη σχεδίασα ώστε ο κόσμος που έρχεται μέσα να αισθάνεται μια χαρά, μια ηρεμία, γαλήνη και ανάταση. Ο χώρος να τον εμπνεύσει σε μια χαρά και όχι σε μια καταπίεση ή σε ένα φόβο. Τη σχεδίασα έτσι ώστε να σε προσελκύει σαν μια αγκαλιά. Όταν περνάς απ’ έξω να αισθάνεσαι ότι είναι κάτι οικείο, ότι σε καλεί».

Η επιλογή άλλωστε της «ησυχίας» στην οικοδομή είχε και κυριολεκτικό χαρακτήρα: Η ηχητική μελέτη που πραγματοποίησε στις αρχές Ιουλίου εξειδικευμένο συνεργείο υπέδειξε ότι τα ηχεία πρέπει να περιοριστούν σε μόλις δύο, με την ένταση να χαμηλώνει δραστικά, σε σχέση με ό,τι συνηθίζεται.

«Το ιδανικό θα ήταν να μην καταλαβαίνει κανείς ότι υφίσταται μικρόφωνο και ηχεία», τόνισε ο υπεύθυνος της ομάδας ήχου.

Οι γυάλινες καμάρες και το φως

Σήμα κατατεθέν του νέου ναού είναι φυσικά η γυάλινη καμάρα πάνω από τις μπρούτζινες θύρες.

Στοιχείο πρωτότυπο και χαρακτηριστικό, έχει όπως εξηγεί η Βούλα Διδώνη, το συμβολισμό του: «Θεώρησα καλό να χρησιμοποιήσω το φως, να είναι μια εκκλησία φωτεινή. Γι’ αυτό έκανα κι αυτή τη γυάλινη καμάρα γύρω από τις εισόδους που σου δίνει φως όταν είσαι μέσα, αλλά κι από έξω ακόμη κι αν είναι κλειστή η εκκλησία, κάνει ορατό το εσωτερικό».

Το φως αυτό λοιπόν έχει λειτουργεί σε πρακτικό και συμβολικό επίπεδο: «Βλέπεις μέχρι μέσα τα πράγματα», τονίζει η αρχιτέκτονας για την επιλογή της. Για το λόγο αυτό άλλωστε δεν υπάρχει πουθενά στην εκκλησία βιτρό. «Το βιτρό ούτε είναι απαραίτητο, ούτε ανήκει στην ορθόδοξη αρχιτεκτονική», υπογραμμίζει η Βούλα Διδώνη.

Ποιο είναι όμως το σκεπτικό πίσω από όλο το σχέδιο;

«Η ιδέα μου ήταν να είναι εκκλησία όλη μαζί σαν ένα γλυπτό. Ήθελα αυτό το γλυπτό να ξεκινά από το χώμα και να πλάθεται μέχρι την κορύφωσή του στον τρούλο. Δεν είναι τυχαίο ούτε το χώμα γύρω ούτε και το χρώμα. Σου δίνει αυτό το πλάσιμο του πηλού. Ξεκινώντας από το υλικό στον εξωτερικό χώρο και μπαίνοντας μέσα, έρχεσαι σε άλλες διαστάσεις», λέει η αρχιτέκτονας.

Το χαρακτηριστικό χρώμα του ναού επιλέχθηκε για την αίσθηση παλαιότητας που δίνει. «Κάνει την εκκλησία πιο οικεία, μια αίσθηση ότι υπήρχε πάντα εδώ, ότι δεν είναι κάτι αστραφτερό», επισημαίνει η Βούλα Διδώνη, επιβεβαιώνοντας και από μία ακόμη οπτική ότι η εκκλησία αυτή δεν έγινε για να «φωνάζει».

Παλαιοχριστιανικά πρότυπα, σύγχρονη αρχιτεκτονική

Παρόλο το ήπιο ύφος, δεν λείπουν και τα επιμέρους στοιχεία που δίνουν την αίσθηση του δέους: «Χρησιμοποίησα τον μπρούτζο στις τρεις θύρες, για να έχουν ένα συμβολικό επίσης χαρακτήρα. Να υπάρχει μια μεγαλοπρέπεια μέσα στην απλότητα», διευκρινίζει η αρχιτέκτονας. «Εκτός από το υλικό που αντανακλά το φως, όλα ήθελα να είναι απλά και ήσυχα. Αλλά να σε μεταφέρουν και κάπου».

Ποια ήταν όμως τα πρότυπα της νέας εκκλησίας;

«Έχω εμπνευστεί από τις παλαιοχριστιανικές εκκλησίες, αλλά επίσης και από εκκλησίες των νησιών που δίνουν αυτή την αίσθηση του γλυπτού. Συνολικά ήθελα οπωσδήποτε να είναι σύγχρονη αρχιτεκτονική. Αυτό το κατάφερα και με κάτι άλλο ακόμη. Πετώντας κάθε το περιττό, ενώ κράτησα τον πυρήνα της παράδοσης, που είναι οι φόρμες, τα σχήματα, ο τρούλος».

Ένα «κρυφό» πνευματικό κέντρο

Εκτός από το ορατό, υπάρχουν και άλλα επίπεδα στην πραγματικότητα. Αυτή η αρχή που διαπνέει όλα τα μείζονα φιλοσοφικά ρεύματα και υπήρξε κινητήριος δύναμη όχι μόνο για την πίστη, αλλά και για τις επιστήμες, αποτυπώνεται και στην εκκλησία της Βουλιαγμένης.

Γιατί εκτός από το ναό, ένα υπερσύγχρονο πνευματικό κέντρο με τους βοηθητικούς του χώρους υπάρχει στο δεύτερο επίπεδο. Άλλα 580 τετραγωνικά σχεδιάστηκαν για να φιλοξενήσουν κάθε είδους εκδηλώσεις. Μάλιστα, στην αυλή του πνευματικού κέντρου σχεδιάστηκε ένα μικρό ανοιχτό θεατράκι.

Γιατί όμως το πνευματικό κέντρο είναι τόσο χαμηλά ώστε δεν είναι ορατό από το δρόμο;

«Ήθελα να έχεις την αίσθηση ότι η εκκλησία πατάει στο έδαφος. Γι’ αυτό βυθίστηκε αυτός ο χώρος, αλλά έπρεπε να έχει και μια αυτοτέλεια, ένα φως και να μην είναι υπόγειο, να έχει μια οντότητα. Γι’ αυτό έχει αυτή τη μεγάλη αυλή», επεξηγεί η Βούλα Διδώνη.

Όσο για το θέατρο, υπογραμμίζει ότι «είναι μέσα στις απόψεις μου, να υπάρχει ένας υπαίθριος χώρος ώστε το καλοκαίρι στις εκδηλώσεις ο κόσμος να μπορεί να καθίσει έξω και να χαρεί την αυλή. Απλότητα αλλά και σύγχρονη γραφή, κρατώντας τις βαθύτερες αξίες της βυζαντινής αρχιτεκτονικής».

Πρόοδος και συντήρηση

Αναρωτιέται κανείς αν ο βαθμός πρωτοτυπίας που έχει ο ναός της Παναγίας Φανερωμένης στη Βουλιαγμένη προσέκρουσε ή συνάντησε αντίσταση στις αρμόδιες εκκλησιαστικές αρχές. Άλλωστε η Εκκλησία δεν είναι ένας οργανισμός που φημίζεται για τις ανανεωτικές του τάσεις.

Κι όμως, όπως αναλύει η Βούλα Διδώνη, η ναοδομία που υποχρεωτικά έπρεπε να εγκρίνει τα σχέδια μέσω ειδικής επιτροπής αξιολόγησης, προτού ξεκινήσουν οι εργασίες, δεν είχε κανένα συντηρητικό πνεύμα.

«Τα σχέδια εγκρίθηκαν αμέσως με πάρα πολύ καλές κριτικές», αναφέρει η Βούλα Διδώνη που περιέγραψε ένα κλίμα επιδοκιμασίας στο νεωτερικό «αέρα» που έφεραν τα σχέδιά της.

Χωρίς να το σχολιάσει η ίδια η αρχιτέκτονας, καταλαβαίνει κανείς ότι οι πανομοιότυποι, υπερβολικοί ναοί που πολλές φορές προσβάλλουν με την αισθητική τους το μάτι και τον περιβάλλοντα φυσικό χώρο, δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας αρτηριοσκληρωτικής γραφειοκρατίας που επιβάλλει να χρησιμοποιούνται «φωτοτυπίες» αρχιτεκτονικών σχεδίων, αλλά προϊόν της έλλειψης έμπνευσης και πρωτοτυπίας.

Προχωρημένες αγιογραφίες

IMG_8317Τίποτα δεν χρειάζεται να είναι όπως έχουμε συνηθίσει. Ούτε καν το καμπαναριό: «Υπάρχουν καμπαναριά που είναι κλειστά. Αυτό σε κάνει να λες, τι κρύβει μέσα, γιατί είναι ψηλό;», σημειώνει η αρχιτέκτονας. Και συμπληρώνει: «Εγώ το άνοιξα, το άφησα διάτρητο στη θέα. Βλέπεις μια στριφογυριστή σκάλα που κι αυτή έχει ένα συμβολισμό, ότι μπορεί να σε οδηγήσει σε ένα επίπεδο πιο ψηλά».

Ακόμη και ο αγιογράφος επελέγη με συγκεκριμένα κριτήρια. Ο Γιώργος Κόρδης που ανέλαβε να κοσμήσει το ναό με τις αγιογραφίες του ακολουθεί το σχέδιο της αρχιτέκτονα. Τα χρώματα όπως λέει είναι αυγοτέμπερες για να αποδίδουν τις αποχρώσεις όλου του ναού. «Ο σχεδιασμός είναι προχωρημένος, αλλά φυσικά στα επιβεβλημένα από την παράδοση θέματα», επεξηγεί η Βούλα Διδώνη.

Φυσικά, τίποτε από όλα αυτά δεν θα ήταν δυνατό χωρίς τη γενναία χορηγία της οικογένειας Μαρτίνου, που ανέλαβε εξολοκλήρου τα έξοδα μελέτης, ανέγερσης και εξοπλισμού της εκκλησίας. Είναι από όλα τα στοιχεία φανερό ότι οι χορηγοί δεν φείσθηκαν ούτε χρημάτων ούτε διάθεσης, ώστε όλες οι λεπτομέρειες να ανταποκρίνονται σε ένα πολύ υψηλό επίπεδο αισθητικής αλλά και λειτουργικότητας.

IMG_8377 copy

IMG_8375

IMG_8369

IMG_8350

IMG_8346

IMG_8332