Στα νότια κάποιοι πετεινοί μας ...ξυπνούν ακόμα

Στα νότια κάποιοι πετεινοί μας …ξυπνούν ακόμα

Αν η λογοτεχνία έχει σκοπό να μας ταξιδεύει, σε ιστορίες και πραγματικότητες κοντινές αλλά και ανεξερεύνητες, συστήνοντάς μας ανθρώπους καθημερινούς αλλά και ενδιαφέροντες, τότε ο συγγραφέας Στάμος Τσιτσώνης γράφει καλή λογοτεχνία.

Το νέο του βιβλίο, Πετεινός Νοτίων Προαστίων, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική, συγκεντρώνει 16 διηγήματα, ρίχνοντας φως σε ανθρώπινους χαρακτήρες οικείους αλλά ταυτόχρονα μοναδικούς.

Μιλήσαμε με τον συγγραφέα που δέχτηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις μας, για το βιβλίο του αλλά και τη σύγχρονη λογοτεχνία.


tsitsonis_fotoΤι σας ώθησε στο να χρησιμοποιήσετε τα Νότια Προάστια και το συγκεκριμένο διήγημα στον τίτλο και το εξώφυλλο του βιβλίου σας;

Είναι φυσικό –και πιο εύκολο– για έναν κάτοικο των Νοτίων Προαστίων όπως εγώ (Άλιμος) να αναφερθεί σε γεγονότα φανταστικά ή πραγματικά που αφορούν τον χώρο που ζει. Ωστόσο, το ομότιτλο διήγημα δάνεισε τον τίτλο στο βιβλίο επειδή πιστεύω πως είναι περισσότερο ελκυστικός από τους υπόλοιπους των άλλων διηγημάτων. Βεβαίως, σε καμία περίπτωση δεν τίθεται αντιπαραθετικά σε κάποιον άλλον τίτλο που αναφέρεται σε ανάγνωσμα που έχει να κάνει με τα Βόρεια Προάστια.

Σε κάποιες από τις ιστορίες σας θα λέγαμε ότι ασπάζεστε τον μαγικό ρεαλισμό, καθώς τα σύνορα πραγματικότητας και φαντασίας γίνονται διάφανα. «Η τέχνη», λοιπόν, «δεν πρέπει να αντανακλά σαν τον καθρέφτη», όπως λέει και ο γνωστός στίχος του Μπρεχτ;

Η αλήθεια είναι, όπως σωστά επισημάνατε, ότι αν εξαιρέσουμε ένα από τα διηγήματά μου («Περίθαλψη»), όπου η πραγματικότητα ξεπερνά τη φαντασία, στα υπόλοιπα οι ήρωές μου ισορροπούν στο μεταίχμιο της πραγματικότητας και της φαντασίας εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο την προσπάθεια του καθημερινού ανθρώπου να ξεπεράσει τις δυσκολίες της καθημερινότητας αλλά ταυτοχρόνως να μη χάσει την ελπίδα που του προσφέρει η φαντασία. Όλα αυτά βεβαίως είναι επενδυμένα με χιούμορ και μια απροσδόκητη ανατροπή που παραμονεύει στο τέλος.

Τι διαβάζει ένας λογοτέχνης; Έχετε ξεχωρίσει κάποια αναγνώσματα που θεωρείτε ότι σας επηρέασαν στο να κατασταλάξετε σε ένα ύφος;

Αν δεν διαβάζεις, δεν μπορείς να γράψεις. Φυσικό λοιπόν είναι να επηρεάζεται ο συγγραφέας από άλλα αναγνώσματα. Υπάρχουν εξαιρετικοί Έλληνες και ξένοι συγγραφείς από τους οποίους αντλεί διδάγματα η ταπεινότητά μου. Ωστόσο, το ύφος ενός συγγραφέα διαμορφώνεται και από άλλους παράγοντες που έχουν να κάνουν με τον χαρακτήρα του, την πνευματική του περιουσία, την ψυχική διάθεση, το περιβάλλον που ζει, τις εμπειρίες της ζωής του. Θέλω όμως να σημειώσω ότι το ύφος και το πνεύμα του Έκτορ Χιου Μάνρο (Σάκι), το ιδιότυπο στυλ του Ρέιμοντ Κάρβερ και η αφηγηματικότητα και φαντασία του Ρόαλντ Νταλ θα αποτελούν πάντοτε σημεία αναφοράς σε ό,τι γράφω.

Φανερώνετε μια επιμονή στην επιλογή της κατάλληλης λέξης και δεν διστάζετε να χρησιμοποιήσετε ένα εξεζητημένο λεξιλόγιο. Δεν φοβάστε μήπως χαρακτηρίσει αυτή η στάση το ύφος σας παλιομοδίτικο;

Δεν γνωρίζω αν η έκφραση επιμονή της κατάλληλης λέξης, που αναφέρετε στην σημαντική ερώτησή σας, κατατίθεται ως αρνητικό υπονοούμενο. Μάλλον όχι. Νομίζω πάντως πως δεν θα χαρακτήριζα το λεξιλόγιό μου εξεζητημένο αλλά ίσως προσεγμένο. Θα μπορούσα, μάλιστα, με τη διπλή ιδιότητα του μαθηματικού και του λογοτέχνη, να υποστηρίξω τη σχολαστικότητα της ερμηνείας μιας λέξης ή τον επαρκή επιθετικό προσδιορισμό μιας άλλης, στοχεύοντας στην απόλυτη απόδοση του νοήματός της. Τώρα, αν κάποιες σημαντικές λέξεις σπανίζουν στη σύγχρονη ελληνική γλώσσα και αντικαθίστανται από άλλες αμφισβητούμενης ποιότητας, νομίζω ότι είναι καθαρά θέμα παιδείας.

Αρκετοί υποστηρίζουν ότι το διήγημα ως φόρμα δεν έχει μεγάλη εμπορικότητα. Πώς καταλήξατε σε αυτή τη μορφή για να διηγηθείτε τις ιστορίες σας;

Τα πρώτα αφηγήματα που γράφηκαν ήταν στη μορφή διηγήματος. Επίσης δεν θα συμφωνήσω ότι το διήγημα ως φόρμα δεν έχει μεγάλη εμπορικότητα. Εκτός από το γεγονός ότι η εμπορικότητα πρέπει να είναι κάτι που να αφορά κυρίως τον εκδοτικό οίκο και δευτερευόντως τον συγγραφέα, το διήγημα «ανεβαίνει» με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς στην κίνηση των βιβλίων. Στο διήγημα, που είναι η φόρμα που λατρεύω, πρέπει ο συγγραφέας να συμπυκνώσει την πλοκή, το ύφος, την ανατροπή, το χιούμορ, με τρόπο λιτό και εύληπτο. Είναι συνεπώς συχνά πιο δύσκολοι και πιο αυστηροί οι κανόνες ενός επιτυχημένου διηγήματος. Πρέπει να αφήνει στον νου του αναγνώστη την ευχαρίστηση, ας μου επιτραπεί η έκφραση, ενός όμορφου λογοτεχνικού σνακ. Σύντομο ναι, αλλά όχι πρόχειρο!

Η κρίση έχει επηρεάσει κατά τη γνώμη σας τις αναγνωστικές συνήθειες του κοινού;

Και τι είναι εκείνο που δεν έχει επηρεαστεί από την κρίση! Παραδόξως όμως το αναγνωστικό κοινό βρίσκει διεξόδους για να καλύψει τις πνευματικές του ανάγκες. Πότε με το ηλεκτρονικό βιβλίο, πότε με μια δανειστική βιβλιοθήκη, πότε με την αγορά ενός βιβλίου που θα το αγοράσει αφού προηγουμένως ενημερωθεί γι’ αυτό. Στο μέτρο αυτό μπορώ να πω ότι το διήγημα είναι μια εξαιρετική λύση.


  • Ο Στάμος Τσιτσώνης σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, όπου και ζει. Εργάστηκε για πολλά χρόνια στη Σχολή Μωραΐτη και στο Κολλέγιο Αθηνών. Έχει μεταφράσει αρκετά βιβλία που γεφυρώνουν τη λογοτεχνία με τα μαθηματικά, ενώ άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. 

Διαβάστε περισσότερα για το βιβλίο ή βρείτε την ψηφιακή του έκδοση εδώ.

Η προηγούμενη συλλογή διηγημάτων του Στάμου Τσιτσώνη έχει τίτλο Χωρίς απόδειξη.