Μια καταγγελία για γενετήσιες χειρονομίες εκπαιδευτικού προς μια μαθήτρια γυμνασίου σε σχολείο της Βούλας μονοπώλησε αυτό το μήνα τη συζήτηση στα τοπικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο εκπαιδευτικός συνελήφθη, η είδηση δημοσιεύτηκε σε κεντρικά μέσα ενημέρωσης, ενώ μερίδα μαθητών του σχολείου αντέδρασε με κατάληψη του κτηρίου, παίρνοντας το μέρος του εκπαιδευτικού. Αρκετοί πολίτες αναρωτήθηκαν αν βοηθά κάπου η δημοσιότητα: Άραγε ο διαδικτυακός διάλογος για το θέμα δεν αποτελεί ένα άτυπο λαϊκό δικαστήριο; Η δημοσιοποίηση δεν αφήνει εκτεθειμένα σε κακόβουλη και ατεκμηρίωτη κριτική τα εμπλεκόμενα μέρη; Μήπως θα έπρεπε η υπόθεση καλύτερα να αποσιωπάται ώστε να προστατευτεί το παιδί και να τηρηθεί το τεκμήριο της αθωότητας;
Τα ερωτήματα είναι εύλογα και το δίλημμα υπαρκτό. Το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα (τόσο από την πλευρά του θύματος όσο και από την πλευρά του θύτη) συγκρούεται με την ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα του κοινού στην πληροφόρηση. Ποιο υπερτερεί; Υπάρχει τρόπος να εξισορροπηθούν;
Αρχικά να ξεκαθαριστεί ότι μια καταγγελόμενη ως παραβατική συμπεριφορά ενός εκπαιδευτικού προς έναν ή μία μαθήτρια είναι ένα ζήτημα που υπερβαίνει τις διαπροσωπικές σχέσεις και εισέρχεται ξεκάθαρα στο πεδίο του δημόσιου ενδιαφέροντος. Κάθε συμβάν εγκληματικότητας ή αντικοινωνικής συμπεριφοράς απασχολεί εύλογα την κοινή γνώμη, πόσω μάλλον όταν χώρος της καταγγελόμενης συμπεριφοράς είναι το θεσμικά προστατευμένο σχολικό περιβάλλον.
Σε μια ελεύθερη και δημοκρατική κοινωνία, οι θεσμοί λογοδοτούν και η δημοσιότητα διά του Τύπου αποτελεί έναν θεμελιώδη μηχανισμό ελέγχου, που δεν υποκαθιστά φυσικά τη δικαιοσύνη, αλλά δεν αναιρείται και από αυτήν, δρα συμπληρωματικά. Αν κανείς περίμενε να τελεσιδικήσει στα δικαστήρια μια υπόθεση προτού εκφραστεί δημοσίως γι’ αυτήν, τότε κάθε έννοια ελέγχου και δημόσιας λογοδοσίας θα έχανε το νόημά της, καθώς συνήθως η δικαστική διερεύνηση σοβαρών υποθέσεων διαρκεί πολλά χρόνια.
Το μότο «η δημοσίευσις είναι η ψυχή της δικαιοσύνης» του Ιωάννη Ιάκωβου Μάγερ που μέχρι πρότινος προβαλλόταν στην κεντρική αίθουσα εκδηλώσεων της ΕΣΗΕΑ αποδίδει με καθαρό τρόπο αυτή την αντίληψη για το ρόλο της δημοσιότητας σε μια φιλελεύθερη κοινωνία. Σε ένα εγχειρίδιο που εξέδωσε η UNESCO το 2019 σχετικά με τους ενδεδειγμένους τρόπους δημοσιοποίησης από τα ΜΜΕ των φαινομένων βίας κατά γυναικών και κοριτσιών, αναφέρεται εμφατικά ως γενική οδηγία: «Μίλησε γι’ αυτό!». Όπως εξηγείται αναλυτικά, η σιωπή υποστηρίζει την ιδέα ότι πρόκειται για αμελητέες πράξεις ή για ένα ασήμαντο φαινόμενο, ενώ αντίθετα η βία κατά των γυναικών πρέπει να βγει από τη σκιά.
Στο ίδιο πνεύμα ενθάρρυνσης της δημοσιότητας κινείται και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, που εξέδωσε έναν οδηγό προς δημοσιογράφους το 2022, στον οποίο υπογραμμίζεται ότι οι αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με την έκθεση των παιδιών στη βία κάθε μορφής βοηθά όχι μόνο την κοινωνία να υιοθετήσει κατάλληλα πρότυπα, αλλά ασκεί πίεση και στις κυβερνήσεις να βελτιώσουν τη νομική προστασία παιδιών, εκπαιδευτικών και γονέων.
Όμως δεν είναι κάθε δημοσιότητα επιθυμητή. Ο κώδικας δεοντολογίας του δημοσιογραφικού επαγγέλματος, μεταξύ άλλων διευκρινίζει υπό ποιες προϋποθέσεις και περιορισμούς οφείλουν τα μέσα ενημέρωσης να χειρίζονται τέτοιες ευαίσθητες υποθέσεις. Μια πρώτη υποχρέωση των δημοσιογράφων είναι η διασταύρωση των πηγών και η δημοσίευση μόνο έγκυρων πληροφοριών και όχι εικασιών ή διαδόσεων. Επίσης, υποχρέωση των ΜΜΕ είναι να σέβονται το τεκμήριο της αθωότητας και να μην προεξοφλούν τις δικαστικές αποφάσεις, εμφανίζοντας ως ένοχο κάποιον που αντιμετωπίζει μια κατηγορία. Στο σημείο αυτό, η προσεκτική επιλογή των λέξεων και η αποστασιοποίηση των δημοσιογράφων από τα εμπλεκόμενα μέρη –τουλάχιστον λεκτικά– παίζει σημαντικό ρόλο.
Λεπτοί χειρισμοί απαιτούνται όταν απλοί ιδιώτες εισέρχονται στη δημόσια σφαίρα, όπως συνέβη στην περίπτωση του καταγγελλόμενου σχολικού περιστατικού της Βούλας. Σε μια ενδιαφέρουσα έκδοση του Συμβουλίου της Ευρώπης που δίνει «Κατευθυντήριες γραμμές για τη διασφάλιση της ιδιωτικότητας στα μέσα ενημέρωσης» (2018) αναφέρονται παραδείγματα ευαίσθητων υποθέσεων, όπου δράστες και θύματα δεν ήταν στο παρελθόν δημόσια πρόσωπα. Σε αυτές τις περιπτώσεις η αποκάλυψη της ταυτότητάς τους δεν ήταν απαραίτητη για την κατανόηση των λεπτομερειών της υπόθεσης.
Συνοψίζοντας:
Πρώτον, η ευαισθησία ενός περιστατικού που αφορά ένα ανήλικο πρόσωπο δεν το καθιστά μια ιδιωτική υπόθεση. Ειδικά στην περίπτωση κατάχρησης εξουσίας μέσα στο σχολικό περιβάλλον, η κοινωνία έχει εύλογο ενδιαφέρον να γνωρίζει αν υπάρχουν κενά στην προστασία των μαθητών. Δεύτερον, η προστασία του θύματος και ο σεβασμός του τεκμηρίου της αθωότητας δεν απαιτεί αποσιώπηση, καθώς η δημοσιογραφική παρουσίαση του θύματος μπορεί να κρατήσει την ανωνυμία και να αποφύγει τον στιγματισμό.
Όμως όλα τα παραπάνω παραμένουν σε μια θεωρητική, εξιδανικευμένη σφαίρα. Στην πράξη, η δημοσιογραφία σήμερα ασκείται κατά κανόνα από μισο-εκπαιδευμένα άτομα και λιγότερο από επαγγελματίες, που κινητοποιούνται περισσότερο από μια εμπορική λογική της εντυπωσιοθηρίας. Πρόκειται για σοβαρή στρέβλωση που θέτει σε δοκιμασία όλο το επικοινωνιακό σύστημα.

