Connect with us

Hi, what are you looking for?

Τοπικα Νεα

Aμηχανία και σκεπτικισμός για την επένδυση του Ελληνικού

Καθώς τα έργα εξελίσσονται, οι προσδοκίες δίνουν τη θέση τους σε επιφυλάξεις

Η φωτογραφία που τράβηξε ο Βασίλης Στάμος από την Πάρνηθα αναπαράχθηκε με απίστευτους ρυθμούς διαδικτυακά και άνοιξε ίσως για πρώτη φορά τόσο ανοιχτά τη συζήτηση για την αρχιτεκτονική άποψη του Riviera Tower και συνολικά για το αποτύπωμα που αφήνει στην Αττική το έργο του Ελληνικού

Μια φωτογραφία που κυκλοφορεί ευρέως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από τις 20 Μαΐου έφερε στην επιφάνεια αθέατες μέχρι σήμερα σκέψεις για την επένδυση του Ελληνικού. Η φωτογραφία είναι δημιουργία του Βασίλη Στάμου, ο οποίος χρησιμοποιώντας έναν τηλεφακό από την Πάρνηθα, έθεσε στο ίδιο κάδρο τον παρθενώνα και τον νέο ουρανοξύστη του Ελληνικού, τον Riviera Tower. Μολονότι οι ιδιότητες του φακού που χρησιμοποιήθηκε αλλοιώνουν τις αποστάσεις και τους όγκους των δύο κτηρίων σε σχέση με το πώς βλέπει το ανθρώπινο μάτι, η δήλωση της εικόνας, η ιστορία που αφηγείται είναι σαφής: Το κτηριακό δημιούργημα της Lamda εισέβαλε με τέτοιο θράσος στο αττικό τοπίο, που φιλοδοξεί να ξεπεράσει τον παρθενώνα.

«Είναι ένας σιωπηρός διάλογος ανάμεσα στο ένδοξο παρελθόν και τη σύγχρονη αλλοίωση, ανάμεσα στο μέτρο και την υπερβολή, ανάμεσα στην αισθητική αρμονία και τη βαρβαρότητα της κακόγουστης επιβολής», έγραψε μεταξύ άλλων ο Βασίλης Στάμος στο μεγάλο διάλογο που άνοιξε στο διαδίκτυο και σε πολλά μέσα ενημέρωσης.

Πηγή φωτογραφίας: Ζήσιμος Ζήζος
Το τέλος των αθηναϊκών προαστίων

Η επένδυση στα πρώτα της βήματα έγινε δεκτή με θετικές προσδοκίες από μια μεγάλη πλειοψηφία, κοινωνική και πολιτική. Όσοι αντέδρασαν στα σχέδια ταυτίστηκαν με γραφικές μειοψηφίες. Σταδιακά όμως ξεθώριασε η ζωηρή εικόνα καθώς τα έργα ξεκίνησαν και έγινε σαφές από την αδρή πραγματικότητα η απόσταση που χώριζε τα φωτορεαλιστικά σχέδια από την υλοποίησή τους.

Τη διαδικασία αυτή, τη μετάβαση από την αποδοχή στην περίσκεψη, περιέγραψε με γλαφυρό τρόπο τον Φεβρουάριο του 2025 ο δημοσιογράφος της Καθημερινής και συγγραφέας για θέματα αθηναϊκού περιβάλλοντος, Νίκος Βατόπουλος, μιλώντας σε πόντκαστ της Lifo και στον Γιάννη Πανταζόπουλο. Αφού δήλωσε ότι ήταν εξαρχής αναφανδόν υπέρ της επένδυσης, πρόσθεσε ότι κατάλαβε γρήγορα πως υπάρχουν ζητήματα που για κάποιο λόγο δεν τέθηκαν στον δημόσιο διάλογο: «Δεν είχα ποτέ πληροφορηθεί ως πολίτης ότι θα υπάρξει ένα τείχος από μπετόν πάνω στην παραλία, σε έκταση κάποιων χιλιομέτρων. Ατελείωτα, το ένα κτήριο μετά το άλλο. Μπορεί όταν τελειώσουν να είναι πολύ ωραία. Αλλά λείπει η ενημέρωση για την εξέλιξη αυτού του έργου». Και πρόσθεσε: «Χτίζεται μία πόλη εκεί, που δεν απευθύνεται στους Έλληνες και δείχνει με τον πιο συμβολικό τρόπο το τέλος των αθηναϊκών προαστίων». 

Πηγή φωτογραφίας: I Love Alimos

Μια κριτική καταγραφή στοιχείων, ρεπορτάζ και απόψεων σχετικά με την επένδυση του Ελληνικού πραγματοποιεί συστηματικά από τον Φεβρουάριο του 2025 ο δημοσιογράφος Ματθαίος Τσιμιτάκης στην ιστοσελίδα του Νήμα όπου δημοσιεύει μια συνεχιζόμενη έρευνα. Μιλώντας μας επισήμανε ότι η συγκεκριμένη επένδυση δεν επηρεάζει απλώς τα νότια προάστια, αλλά ολόκληρη την Αττική και τη χώρα: «Στο Ελληνικό διαμορφώνονται οι όροι της αστικής ανάπτυξης σε μικρή και μεγάλη κλίμακα για τις επόμενες δεκαετίες», επισημαίνει. Κατά την οπτική του, εκεί διαμορφώνεται «ένα νέο μοντέλο που θα καθορίζει από το πώς θα οργανωθούν τα κοινόχρηστα στις πολυκατοικίες, τη συμβίωση των ανθρώπων έως το πώς ρυμοτομούνται οι περιοχές, πώς σχεδιάζονται οι μεταφορές και αν υπάρχει δημόσιος ή ανοιχτός χώρος». Πιο συνολικά, «όλη η σύλληψη της αττικής ριβιέρας είναι ένα πολιτικό σχέδιο με αμιγώς οικονομικά επιχειρησιακά χαρακτηριστικά», σημειώνει. 

Η πρόσβαση στην παραλία κλείνει

Ένα σοβαρό αρνητικό ενδεχόμενο που γίνεται πλέον εμφανές, κατά τον δημοσιογράφο του Νήματος, είναι το γεγονός ότι η πρόσβαση στο παραλιακό μέτωπο κλείνει πολεοδομικά με εξαιρέσεις επί του οικοδομικού κανονισμού και εμπορικά αντί να ανοίγει, όπως υπόσχονταν πολιτικά οι κυβερνήσεις της δεκαετίας του 1990-2000: «Έχουμε δει στην Ασία και τη Λατινική Αμερική πώς μια πόλη μπορεί να κατατεμαχίζεται σε περιοχές προνομιούχων και σε περιοχές περιθωριοποιημένων. Πρέπει να δούμε με προσοχή αν αυτό είναι το μοντέλο που έρχεται στην Ελλάδα. Το ότι κάτι δεν πάει σωστά, το συνειδητοποίησα όταν αντιλήφθηκα ότι το νέο καθεστώς δεν έχει σχεδόν τίποτα δημόσιο».

Ένα σημαντικό ορόσημο για το έργο άλλωστε εντοπίζει ο Ματθαίος Τσιμιτάκης το 2021, όταν δόθηκε η δυνατότητα στη Lamda να πουλάει οικόπεδα σε τρίτους και να φέρνει στην επένδυση εταιρείες με δικό τους σχεδιασμό. «Το έργο από τότε σταμάτησε να είναι ενιαίο και μετατράπηκε σε real estate, ενώ πριν ήταν ένα μεγάλο κατασκευαστικό έργο που –καταχρηστικά κατά τη γνώμη μου– διατεινόταν ότι επρόκειτο για έργο ανάπλασης. Η επένδυση θα πρέπει να αποδείξει ότι πρόκειται για ανάπλαση, ότι δηλαδη έχει και κοινωνικό χαρακτήρα και περιεχόμενο, κάτι που δυσκολευόμαστε να εντοπίσουμε στον τρόπο με τον οποίο κυριαρχούν οι εμπορικές χρήσεις. Το πρόβλημα με την κατάτμηση του έργου είναι ότι από τότε δεν υπάρχει κανένας υπεύθυνος για τίποτα. Τα συμβόλαια μεταθέτουν τις ευθύνες από τον έναν στον άλλο και ο δημόσιος έλεγχος καθίσταται πάρα πολύ δυσχερής έως αδύνατος».

Μήπως οι προβληματισμοί αυτοί είναι υπερβολικοί; Σε πρόσφατα δημοσιεύματα που εντάσσονται στην επικοινωνιακή καμπάνια της Lamda, αναφέρεται μια σφυγμομέτρηση της εταιρείας Mindsearch που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο. Εκεί διαβάζουμε ότι «σε συντριπτικό ποσοστό η κοινή γνώμη έχει θετική άποψη για το έργο του Ελληνικού», με τα εξής ευρήματα: «76% των κατοίκων των όμορων δήμων έχει θετική στάση για το έργο  του Ελληνικού, 90%+ των κατοίκων των όμορων δήμων έχει θετική γνώμη για την Lamda, ιδιαίτερα για την οικονομική ευρωστία που δημιουργεί στην ευρύτερη περιοχή». 

Χειραγώγηση με χρώματα

Η μέχρι σήμερα συναίνεση που έχει συγκεντρώσει η επένδυση του Ελληνικού βασίζεται σε ένα σύνολο προσδοκιών. Ο κεντρικός επενδυτής έχει υποσχεθεί ένα τεράστιο πάρκο έκτασης 2 εκατομμυρίων τετραγωνικών, μια μεγάλη πράσινη ανάπλαση μιας μέχρι πρότινος άγονης έκτασης, που παράλληλα θα κάνει την εθνική και τοπική οικονομία να ανθίσει, δημιουργώντας χιλιάδες θέσεις εργασίας.

Οι προσδοκίες σχηματοποιούνται στις φωτορεαλιστικές απεικονίσεις που εμφανίζονται σε καταχωρήσεις στον Τύπο, στο διαδίκτυο αλλά και τυπωμένες σε μεγάλο μέγεθος πάνω στις περιφράξεις του έργου. Σε αυτές τις ψηφιακές δημιουργίες, οι τσιμεντένιες κατασκευές μάλλον υποβαθμίζονται ενώ ταυτόχρονα υπερτονίζεται το πράσινο χρώμα, εμφανίζοντας ένα κατάφυτο τοπίο με ανεπτυγμένα δέντρα και ατελείωτες επιφάνειες με γρασίδι. Αυτή την επικοινωνιακή προσπάθεια χειραγώγησης μέσω χρωμάτων καταρρίπτουν αεροφωτογραφίες που τραβούν και δημοσιεύουν πολίτες, αποκαλύπτοντας ένα μάλλον ζοφερό τοπίο μιας νέας τσιμεντούπολης. Εύλογα θα αντιτείνει κανείς ότι στη φάση κατασκευής ενός έργου οι εικόνες του εργοταξίου δεν είναι αντιπροσωπευτικές της τελικής διαμόρφωσης. Ωστόσο, η πυκνότητα της υλοποιηθείσας δόμησης είναι εμφανές ότι διαφέρει σημαντικά σε σχέση με τα φωτορεαλιστικά. 

Τι είδους πάρκο; 

Η ίδια η χρήση της λέξης «πάρκο» από τους κατασκευαστές του Ελληνικού δεν είναι απολύτως σαφές σε τι αναφέρεται. Το ζήτημα αυτό ανέπτυξε σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξή του στον Ματθαίο Τσιμιτάκη ο Λουκάς Τριάντης, επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ και αντιπρόεδρος του Συλλόγου Πολεοδόμων Χωροτακτών Ελλάδος, σημειώνοντας ότι το πάρκο του Ελληνικού θα έχει μια τουλάχιστον δομική διαφορά σε σύγκριση με το πάρκο Αντώνη Τρίτση για παράδειγμα: Πρόκειται για έναν ιδιωτικό χώρο και όχι δημόσιο. «Σε έναν ιδιωτικό χώρο, ακόμα και αν είναι προσβάσιμος, υπάρχουν ερωτήματα: Για παράδειγμα θα μπορείς να οργανώσεις μια συγκέντρωση; Να μείνεις μετά το ηλιοβασίλεμα; Αυτά είναι δικαιώματα που στα δημόσια πάρκα είναι αυτονόητα» επισημαίνει περιγράφοντας «έναν χώρο εμπορευματοποιημένο και επιτηρούμενο» όπου «θα υπάρχουν συστήματα που ελέγχουν τι κάνεις, πότε και πώς». Στο Ελληνικό θα δημιουργηθεί ο πρώτος ιδιωτικός φορέας διαχείρισης ενός τέτοιου ανοιχτού χώρου, δημιουργώντας ερωτήματα για το ποιος θέτει όρους και όρια στη χρήση του. 

«Πόλη 15 λεπτών» 

Το 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών (που έγινε 22-25 Απριλίου) έγινε βήμα πολλών στελεχών της Lamda ώστε να αναπτύξουν τα επιχειρήματα και τη σκοπιά τους για το έργο. Η Μελίνα Παΐζη μίλησε για ποιότητα ζωής και οικοσυστήματα τονίζοντας ότι «το Ελληνικό σχεδιάστηκε ως μία έξυπνη πόλη 15 λεπτών, όπου μπορεί κανείς να κινηθεί χωρίς αυτοκίνητο», προσθέτοντας ότι «για κάθε τετραγωνικό μέτρο δόμησης αντιστοιχεί ένα τετραγωνικό μέτρο πρασίνου». Η Σίσσυ Ηλιοπούλου είπε ότι η νέα αυτή πόλη σχεδιάστηκε «με βάση τις αρχές της βιωσιμότητας, της ανθεκτικότητας και της ποιότητας ζωής». Το περιβάλλον και η βιωσιμότητα είναι οι λέξεις κλειδιά που θα βρει κανείς σε όλη την επικοινωνιακή εκστρατεία της εταιρείας να πείσει για τον θετικό αντίκτυπο του έργου της. 

Από την άλλη πλευρά όμως, οι ανησυχίες που εγείρονται κάθε μέρα και περισσότερο για το κυκλοφοριακό πρόβλημα του Λεκανοπεδίου και την αρνητική συμβολή που αδιαμφισβήτητα θα έχει η συγκεκριμένη οικιστική και εμπορική ανάπτυξη σε αυτό, δεν μπορούν να κρυφτούν. Ο πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων Συγκοινωνιολόγων, Θανάσης Τσιάνος, μιλώντας για το ρεπορτάζ επισήμανε ότι «μία επένδυση που έχει μελετηθεί στο πλαίσιο της βιώσιμης κινητικότητας εσωτερικά, είναι σκόπιμο να συνδεθεί όσο το δυνατόν καλύτερα και με τα μέσα μαζικής μεταφοράς». Οι συγκοινωνιολόγοι σημαίνουν συναγερμό για τον κυκλοφοριακό φόρτο της λεωφόρου Βουλιαγμένης. «Πρέπει απαραίτητα να αναβαθμιστεί η λεωφόρος Βουλιαγμένης όπως προβλέπεται από το ρυθμιστικό σχέδιο με ανισόπεδους κόμβους» υπογραμμίζει ο Θανάσης Τσιάνος, προσθέτοντας ότι είναι κάτι που «πρέπει να γίνει πρώτο σε προτεραιότητα, διότι όταν ξεκινήσει να λειτουργεί το Ελληνικό, δεν μπορούν παράλληλα να γίνονται και έργα» λόγω της απίστευτης πίεσης που θα ασκηθεί στο οδικό σύστημα.