Το αστικό πράσινο, τα πάρκα και οι νησίδες με χλοοτάπητα, οι φυτεμένες πλατείες και τα εποχικά λουλούδια ομορφαίνουν την πόλη. Τι γίνεται όμως με το νερό που όλο και λιγοστεύει; Πώς μπορεί να εξισορροπηθεί η ανάγκη για ποιότητα ζωής και πράσινο από τη μία μεριά και από την άλλη το μείζον πρόβλημα της λειψυδρίας για το οποίο όλοι οι ειδικοί σημαίνουν πλέον συναγερμό;
Μια λύση φαίνεται να δίνει η σύμπραξη την οποία δρομολογούν ο Δήμος Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης και η ΕΥΔΑΠ για την αξιοποίηση των δύο τοπικών αντλιοστασίων στη Βούλα (εντός της Β’ πλαζ το πρώτο και στην πλατεία Κρήτης απέναντι από το ΠΙΚΠΑ το δεύτερο) όπου μελετάται η κατασκευή και λειτουργία δύο μικρών τοπικών μονάδων βιολογικού καθαρισμού των λυμάτων.
Το θέμα ανέφερε κατά τη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου στις 31 Οκτωβρίου ο Γρηγόρης Κωνσταντέλλος, με αφορμή τις αυξημένες δαπάνες για την κατανάλωση ύδατος που εμφανίστηκαν στις οικονομικές καταστάσεις. Ο Δήμαρχος τόνισε με έκδηλο σκεπτικισμό ότι σε σχέση με το 2014 το κόστος του νερού για τον Δήμο Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης έχει σχεδόν τριπλασιαστεί, με τα ποσά να εκτοξεύονται από τις 220.000 στις 650.000 ευρώ τον χρόνο. Η αύξηση της τιμής του νερού την ίδια περίοδο ήταν ασφαλώς πολύ μικρότερη.
Πρόκειται για έναν αδιάψευστο μάρτυρα της προτεραιότητας που έχει για τη δημοτική διοίκηση το αστικό και περιαστικό πράσινο με ασταμάτητες νέες φυτεύσεις στους κοινόχρηστους χώρους που φυσικά απαιτούν και το ανάλογο πότισμα. Σημειωτέον ότι σε σχέση με το παρελθόν έχουν σχεδόν εκμηδενιστεί οι περιπτώσεις διαρροών και κλοπής νερού, καθώς χρησιμοποιείται στα πάρκα και τις νησίδες κατά κανόνα σύστημα υπόγειας άρδευσης, ενώ μετρητές και ηλεκτρικές βάνες παρακολουθούνται διαρκώς για τυχόν υπερκαταναλώσεις.
«Εξόρυξη» και ανακύκλωση
Η ιδέα της ανάκτησης υδάτων βασίζεται στην άντληση από τους αγωγούς της αποχέτευσης που δρομολογούν τα λύματα προς το νησάκι της Ψυτάλλειας. Στα ήδη υφιστάμενα τοπικά αντλιοστάσια της ΕΥΔΑΠ θα δημιουργηθούν υπόγειες δεξαμενές και μια μικρή και κλειστή εξωτερική μονάδα περίπου 24 τετραγωνικών. Από το τοπικό δίκτυο αποχέτευσης θα εξάγονται λύματα, θα υφίστανται επεξεργασία καθαρισμού και έπειτα θα εξάγεται ανακυκλωμένο νερό κατάλληλο για κάθε άρδευση.
Το σχέδιο που τεχνικά ονομάζεται «εξόρυξη υπονόμου» (sewer mining στην αγγλική ορολογία) μας ανέλυσε ο Γενικός Διευθυντής Αποχέτευσης της ΕΥΔΑΠ, Κωνσταντίνος Βουγιουκλάκης, τονίζοντας ότι η τοπική κοινωνία και οι περίοικοι δεν θα αντιληφθούν ποτέ τη λειτουργία αυτή. Η εγκατάσταση θα είναι κλειστή, ενώ θα λειτουργεί μια ενεργή απόσμωση με φίλτρα που θα τραβούν τον αέρα. Τα ακατέργαστα λύματα θα μεταφέρονται σε δεξαμενές όπου θα υφίστανται επεξεργασία με τεχνολογία μεμβρανών και απολύμανση με υπεριώδη ακτινοβολία ή χλωρίωση. Το υπόλειμμα της επεξεργασίας επιστρέφει στο δίκτυο αποχέτευσης και οδεύει στην Ψυτάλλεια.

Οι ποσότητες νερού που θα εξάγονται θα εξαρτηθούν από τις αρδευτικές απαιτήσεις. Ο Δήμαρχος μιλώντας στο Δημοτικό Συμβούλιο τόνισε ότι το σκεπτικό της σύμπραξης είναι να καλυφθούν οι ανάγκες για πότισμα όλου του παραλιακού μετώπου του Δήμου και επίσης να λαμβάνει ο Δήμος το απαραίτητο νερό για πλύσεις των κοινόχρηστων χώρων και για την πλήρωση των οχημάτων της Πολιτικής Προστασίας.
Αυστηρότατα ποιοτικά κριτήρια
«Το νερό που προκύπτει από την επαναχρησιμοποίηση πρέπει να είναι ποιοτικά άριστο για να κερδίσει την εμπιστοσύνη του κόσμου», σημειώνει ο κ. Βουγιουκλάκης επισημαίνοντας ότι το ελληνικό θεσμικό πλαίσιο ορίζει πολύ αυστηρότερες προδιαγραφές ακόμη και σε σχέση με τις ευρωπαϊκές οδηγίες. Η τεχνολογία που θα χρησιμοποιηθεί θα παραγάγει νερό για «άρδευση χωρίς περιορισμούς», όπως είναι η τεχνική ορολογία. Αυτό σημαίνει ότι θα είναι ασφαλές για να χρησιμοποιηθεί όχι απλώς στην ανθοκομία αλλά και σε καλλιέργειες λαχανικών και προϊόντων που καταναλώνονται ωμά. Πρόκειται για έναν βαθμό ποιότητας κάτω από το πόσιμο νερό. Αντίθετα από την τεχνική της αφαλάτωσης, η συγκεκριμένη τεχνολογία δεν έχει υψηλές ενεργειακές απαιτήσεις, τονίζει ο κ. Βουγιουκλάκης, ενισχύοντας έτσι το επιχείρημα της δημοτικής αρχής ότι εκτός από το αναμφισβήτητο περιβαλλοντικό όφελος, η επιλογή της ανάκτησης νερού θα περιορίσει σημαντικά και τις δαπάνες του Δήμου για την άρδευση.

Τα λύματα του Λεκανοπεδίου της Αττικής σήμερα συγκεντρώνονται στο νησί της Ψυτάλλειας όπου υφίστανται βιολογικό καθαρισμό χαμηλών προδιαγραφών. Το νερό που εξάγεται από τη διαδικασία αυτή καταλήγει όλο στη θάλασσα. Το ύψος του κόστους και οι δυσκολίες στη μεταφορά του νερού από τη θάλασσα καθιστούν απαγορευτική μια καθολική εφαρμογή της τεχνολογίας ανάκτησης στα λύματα της Ψυτάλλειας. Η αποκεντρωμένη λύση της διασποράς μικρών, κλειστών βιολογικών σταθμών όπου υπάρχει ζήτηση για νερό από ανάκτηση συνιστά μια ορθολογική και έξυπνη διαχείρηση που …μάλλον άργησε να επινοηθεί.
Η πραγματικότητα της λειψυδρίας
Η ΕΥΔΑΠ έχει ήδη δοκιμάσει τη λύση της ανάκτησης νερού για άρδευση σε μια μικρή μονάδα στο φυτώριο του Δήμου Αθηναίων, όπου παράγονται καθημερινά 25 κυβικά ανακυκλωμένο νερό την ημέρα. Μια ακόμη μικρή μονάδα λειτουργεί σε ιδιωτική έκταση στη Μεταμόρφωση. Στον Δήμο Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης το αρκετά μελετημένο αυτό σχέδιο αναμένεται να καλύψει μεγαλύτερες ποσότητες και βέβαια πρόκειται να αποτελέσει «πιλότο» για την ευρύτερη εφαρμογή του.

Η σκληρή πραγματικότητα είναι ότι στην Αττική τα τελευταία χρόνια καταγράφονται μειωμένες βροχοπτώσεις και συσσωρευμένες απώλειες του υδάτινου αποθέματος στα φράγματα, το οποίο σύμφωνα με τα κυβερνητικά στοιχεία, έχει μειωθεί πάνω από 50% σε σχέση με το 2022. Πρόσθετοι παράγοντες, όπως οι περιορισμένες δυνατότητες εξεύρεσης νέων πηγών, η πίεση από την αυξανόμενη κατανάλωση νερού για τον αστικό πληθυσμό ειδικά τις περιόδους καύσωνα και βέβαια τα νέα κλιματικά δεδομένα, δημιουργούν την ανάγκη για λήψη δραστικών μέτρων. Η αξιοποίηση των αστικών λυμάτων για μη πόσιμες χρήσεις, όπως η άρδευση του αστικού πρασίνου και οι καθαρισμοί εντάσσεται σε αυτό τον ευρύτερο προβληματισμό για το φάσμα της λειψυδρίας. «Η επαναχρησιμοποίηση στοχεύει να μειώσει τις καταναλισκόμενες ποσότητες πόσιμου νερού. Δεν επαρκεί όμως αυτό. Πρέπει να γεμίσουν οι πηγές μας και να βρούμε νερό», υπογραμμίζει ο Κωνσταντίνος Βουγιουκλάκης, Γενικός Διευθυντής Αποχέτευσης της ΕΥΔΑΠ, που επισημαίνει ότι ο περιορισμός της κατανάλωσης του πόσιμου νερού είναι ένα μόνο από τα αναγκαία μέτρα.
Πώς θα θωρακιστεί η Αττική
Σε ειδική εκδήλωση που έγινε για τα 100 χρόνια της ΕΥΔΑΠ στις 30 Οκτωβρίου, ο υπουργός Περιβάλλοντος Σταύρος Παπασταύρου παρέθεσε ανησυχητικά στοιχεία. Όπως είπε, ενώ μέχρι το 2021 τα αποθέματα στους ταμιευτήρες νερού παρέμεναν σταθερά, στο 1,1 δισ. κυβικά μέτρα, από το 2022 παρατηρείται μείωση των αποθεμάτων περίπου 250 εκατ. κυβικά μέτρα ανά έτος. Ταυτόχρονα έχει σημειωθεί μείωση των βροχοπτώσεων κατά περίπου 25%, αύξηση της ετήσιας εξάτμισης κατά περίπου 15% και αύξηση της κατανάλωσης κατά περίπου 6%. Στα μέτρα που ανακοίνωσε, ως «μεγάλο έργο της γενιάς μας» παρουσίασε τη μερική εκτροπή των ποταμών της Ευρυτανίας Κρικελιώτη και Καρπενησιώτη προς τον ποταμό της Αιτωλοακαρνανίας Εύηνο. Ο Ευήνος τροφοδοτεί από το 1994 με αγωγό τον ποταμό Μόρνο, και αποτελούν τους κύριους υδροδότες της ΕΥΔΑΠ για την παροχή πόσιμου νερού στην Αττική. Σύμφωνα με τα κυβερνητικά σχέδια, το έργο αυτό που ονομάστηκε «Εύρυτος» θα θωρακίσει την Αττική για τα επόμενα 30 χρόνια και αναμένεται να λειτουργήσει το πρώτο εξάμηνο του 2029. Ως βραχυπρόθεσμες δράσεις που έχουν ως στόχο την άμεση υδροδοτική θωράκιση της Αττικής, ο υπουργός ανέφερε την ενεργοποίηση γεωτρήσεων στις περιοχές Μαυροσουβάλα, Ούγγροι και Βοιωτικός Κηφισός. Και σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα εξήγγειλε έργα αφαλάτωσης που μπορούν να εισφέρουν 87,5 εκατομμύρια κυβικά νερού το χρόνο.
Μπροστά στη μεγάλη εικόνα της λειψυδρίας και των αναγκαίων μέτρων, η ανάκτηση νερού από τα λύματα σε τοπικό επίπεδο φαίνεται …σταγόνα στον ωκεανό. Ωστόσο συμβάλλει στην αναγκαία αλλαγή μιας συλλογικής κουλτούρας που θεωρεί το πόσιμο νερό έναν ανεξάντλητο πόρο που μπορεί να σπαταλιέται αλόγιστα. Και δεν είναι μόνο οι ιδιωτικές πισίνες που εντάσσονται σε αυτή την αντιπεριβαλλοντική λογική. Και η ίδια η ΕΥΔΑΠ φέρει ευθύνες για την κατάσταση ενός παλαιού και εύθραυστου δικτύου που παρουσιάζει διαρκώς διαρροές, η επισκευή των οποίων έχει εναποτεθεί σε λίγα τεχνικά συνεργεία που πάντα φτάνουν καθυστερημένα.


