Ασκληπιείο Βούλας: Η Εκκλησία διεκδικεί σήμερα αυτό που κάποτε χάρισε

Ασκληπιείο Βούλας: Η Εκκλησία διεκδικεί σήμερα αυτό που κάποτε χάρισε

Στις 7 Οκτωβρίου συνήλθε για πρώτη φορά το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιώς για να εκδικάσει την αγωγή που κατέθεσε η Εκκλησία της Ελλάδος κατά του Δημοσίου και του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.

Με την αγωγή αυτή η κορυφή της Εκκλησίας υποστηρίζει ότι πρέπει να αρθεί η απαλλοτρίωση του 1925, με την οποία ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός απέκτησε την έκταση όπου μέχρι σήμερα βρίσκεται το Ασκληπιείο Νοσοκομείο της Βούλας. Η εκδίκαση τελικώς αναβλήθηκε για τις 3 Μαρτίου 2021.

Ωστόσο, έχει μεγάλο ενδιαφέρον ότι ο ίδιος ο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος, το 2016 κατέτασσε σε βιβλίο του το ακίνητο που σήμερα διεκδικεί στα δώρα της Εκκλησίας προς το Δημόσιο.

Η Εκκλησία ζητά να αρθεί η απαλλοτρίωση για ένα τμήμα 46.657 τ.μ. του όλου οικοπέδου, καθώς το υπόλοιπο τμήμα του είχε ήδη προλάβει –προ της απαλλοτρίωσης– να το εκποιήσει στους ιδρυτές της μετέπειτα Μετοχικής Εταιρείας Εκμεταλλεύσεως Κτήματος Βούλας. Επιθυμεί με άλλα λόγια να αποκτήσει έναν αιώνα μετά την κυριότητα αυτών των εκτάσεων.

Και καθώς δηλώνει ότι δεν σκοπεύει να εμποδίσει τη λειτουργία του νοσοκομείου, έχει καταστήσει σαφές ότι σε δεύτερο χρόνο επιθυμεί να διεκδικήσει αποζημίωση από το ελληνικό Δημόσιο για την αναγκαστική απαλλοτρίωση του 1925 που κατά την άποψη των νομικών της δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.

Η νομική βάση της αξίωσης αυτής θα κριθεί στα δικαστήρια και βέβαια έχει μεγάλο ενδιαφέρον τόσο το πώς θα υποστηριχθεί από την Εκκλησία η διεκδίκησή της όσο και το πώς θα αποδομηθεί η επιχειρηματολογία αυτή από το Δημόσιο που έχει τη συμπαράσταση του Δήμου Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης στη μάχη αυτή.

Από τη στιγμή που ο Δήμος ενεπλάκη αυτεπάγγελτα από το Πρωτοδικείο στην υπόθεση ως διάδικος και «έχων έννομο συμφέρον», ο Γρηγόρης Κωνσταντέλλος διακήρυξε ότι θα διαθέσει κάθε μέσο ώστε αυτή η διεκδίκηση να μην τελεσφορήσει, αφού κάτι τέτοιο θα σήμαινε δυσβάσταχτο κόστος για το Εθνικό Σύστημα Υγείας και μάλιστα σε μια τόσο επιβαρυμένη περίοδο.

Σε ένα άλλο επίπεδο όμως, μπορεί κανείς να κρίνει ότι αυτή η κίνηση από την ηγεσία της Εκκλησίας αποκάλυψε την υποκρισία και τις ανακολουθίες που χαρακτηρίζουν τις δημόσιες δηλώσεις της σχετικά με την περιουσιακή κατάσταση του οργανισμού της.

Μόλις πριν 4 χρόνια, το 2016, ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος εξέδωσε ένα βιβλίο 85 περίπου σελίδων με τον χαρακτηριστικό τίτλο Η απάντηση της Εκκλησίας στα μυθεύματα του αντικληρικαλιστικού λαϊκισμού. Σε αυτό το πόνημα η Εκκλησία διά της ηγεσίας της επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα πολλών πολιτών της χώρας για ποιο λόγο η πολιτεία έχει αναλάβει τη μισθοδοσία των κληρικών.

Το κεντρικό επιχείρημα που επιστρατεύει ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος είναι ότι από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα, μεγάλο μέρος από τη μοναστηριακή περιουσία είτε έχει δωρηθεί από την Εκκλησία είτε έχει απαλλοτριωθεί έναντι ευτελούς τιμήματος όπως ο ίδιος θεωρεί. Από τις πράξεις αυτές επήλθε κατά τον Αρχιεπίσκοπο «η εσχάτη πενία των λειτουργών της Εκκλησίας».

Προς επίρρωσιν των επιχειρημάτων του ο Ιερώνυμος παραθέτει σχετική αλληλογραφία και νομοθεσία από όλες τις εποχές καθώς και δύο εκτενείς καταλόγους με δύο κατηγορίες ακινήτων.

Στην πρώτη λίστα παρατίθενται 229 ακίνητα σε όλη τη χώρα ως «πίνακας των απαλλοτριωθέντων εκκλησιαστικών αγροτικών κτημάτων άνευ καταβολής αποζημιώσεως μέχρι σήμερα». Στη λίστα αυτή περιέχονται αρκετά ακίνητα από την περιουσία της Μονής Πετράκη στον Δήμο Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης. Παρόλο που στην αγωγή του 2019 υποστηρίζεται ότι το Ασκληπιείο απαλλοτριώθηκε ακριβώς χωρίς να καταβληθεί αποζημίωση, το νοσοκομείο της Βούλας απουσιάζει από τη σχετική αυτή λίστα του αρχιεπισκόπου.

Αντίθετα, το Ασκληπιείο περιέχεται σε έναν δεύτερο κατάλογο «για την προσφορά σε γη της Εκκλησίας σε αυτό τον τόπο» όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά. Στη λίστα αυτή αναφέρονται «έργα που στολίζουν ακόμη την πόλη των Αθηνών και εξυπηρετούν το λαό μας, που κτίστηκαν σε οικόπεδα και εκτάσεις της Ιεράς Μονής Πετράκη», όπως έγινε και με «εκατοντάδες οικόπεδα ανά την Ελλάδα που δώρισαν οι κατά τόπους Μητροπόλεις». Το Ασκληπιείο Βούλας αναφέρεται λοιπόν στο βιβλίο του αρχιεπισκόπου ως «προσφορά» της Εκκλησίας ήδη από το 1917.

Τρία χρόνια πριν την κατάθεση της αγωγής για τη διεκδίκηση μέρους του νοσοκομείου, η κορυφή της Εκκλησίας της Ελλάδος γραπτώς είχε υπονομεύσει το επιχείρημα που κατόπιν θα επιστράτευε έναντι του αστικού δικαστηρίου. Προφανώς, η ακρίβεια των καταλόγων στο βιβλίο του αρχιεπισκόπου έχει σχετική μόνο αξία και κανείς δεν ξέρει από ποια στοιχεία ακριβώς άντλησε την τεκμηρίωσή του και ποια είναι η αξία των στοιχείων αυτών.

Αν κάτι αποδεικνύεται ωστόσο από αυτή την ασυμφωνία και όλη τη διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας είναι μια προκλητική αντίληψη «όλα μας ανήκουν, όλοι μας χρωστάτε», εμφανώς ξένη προς όποια πνευματική αποστολή.


Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Δημοσιογράφος“, φύλλο 25 Οκτώβριος 2020