Μια μαρτυρία για τη Βουλιαγμένη του '50 και τον ταξιτζή "Μανώλη Τραμπαρίφα"

Μια μαρτυρία για τη Βουλιαγμένη του ’50 και τον ταξιτζή “Μανώλη Τραμπαρίφα”

Ένα διαμάντι από τον διαδικτυακό κόσμο που κάποτε ονομαζόταν μπλογκόσφαιρα βγήκε προ ημερών.

Στο προσωπικό – και ανώνυμο – blog Orpheas, ο συγγραφέας του αναπολεί τις εξορμήσεις στη Βουλιαγμένη κατά τη δεκαετία του 1950, όταν τίποτα δεν ήταν όπως το γνωρίζουμε σήμερα.

tspg

Αφορμή για το ταξίδι αυτό στο χρόνο ο Orpheas πήρε από την ανάμνηση του ταξιτζή που έκανε τη διαδρομή από το κέντρο της Αθήνας, τον Μανώλη Τραμπαρίφα, ο οποίος έμεινε και διάσημος από ένα τραγούδι που έγραψαν γι’ αυτόν ο Μιχάλης Σουγιούλ και ο Αλέκος Σακελλάριος.

Λαμβάνοντας υπόψη φυσικά την υποκειμενικότητα αυτών των προσωπικών καταγραφών, η αφήγηση για τη Βουλιαγμένη έχει ως εξής:


Με τον Μανώλη πηγαίναμε οικογενειακώς -γύρω στο ΄52 +- στη Βουλιαγμένη. Εδώ αξίζει να αναφερθούν κάποια άκρως εντυπωσιακά στοιχεία που -σήμερα- φαντάζουν απιθανότητες, ενώ είναι, πέρα για πέρα, πραγματικά.

Ο δρόμος τότε τελείωνε στην Λίμνη της Βουλιαγμένης και για να πας στη Βάρκιζα έπρεπε να στρίψεις πριν το Καβούρι αριστερά, να περάσεις τα ανύπαρκτα τότε Βλάχικα, τη Βάρη και να πέσεις Βάρκιζα, όπου εκεί τέλειωνε… ο κόσμος! Απ’ εκεί και πέρα ήταν… terra incognita και χρειαζόμασταν νέο Κολόμβο για να τα εξερευνήσει. Μάλιστα, για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος του… εξωτισμού των παραλιακών… εδαφών, αναφέρω πως στο τέρμα της οδού Συγγρού, για να συνεχίσεις προς Φάληρο, αεροδρόμιο -Χασάνι το έλεγαν- κ.λπ., πλήρωνες ένα είδος διοδίων, που το ονόμαζαν… «φόρο».

Τότε δεν υπήρχε οδική σύνδεση μεταξύ Βουλιαγμένης και Λαιμού. Κατά μήκος της σημερινής οδού -Ωκεανίδα, κ.λπ. – υπήρχε ένα μεγάλο στρατόπεδο λοκατζήδων, οι οποίοι μεταξύ της όλης εκπαιδεύσεώς τους έκαναν και ασκήσεις πάνω από τη Λίμνη. Σαν τώρα τους θυμάμαι, με δέος, να κατεβαίνουν γλιστρώντας από τον πίσω λόφο με κάτι σκοινιά, σαν μαϊμούδες!

Από την παραλία της Λίμνης μπορούσες να πας απέναντι, στον Λαιμό, μόνο με βάρκες, όπου ο βαρκάρης σε πήγαινε με… κουπιά! Στον Λαιμό γινόταν της κακομοίρας τα καλοκαίρια. Στο ανατολικό ύψωμα, αριστερά όπως κοιτάμε τη θάλασσα, που ήταν ένας αμμόλοφος με πεύκα, υπήρχε ένας απίθανος σκηνοσυνοικισμός, που θα τον ζήλευαν κι οι πιο εξαθλιωμένοι σημερινοί τουρκόγυφτοι. Χαρακτηριστικά, εκτός από την χαρούμενη και θορυβώδη πιτσιρικαρία, θυμάμαι κρεμασμένα από χαμηλά κλαδιά πεύκων κάτι μικρά δοχειάκια με πομπέ μπροστινό σχήμα και βρυσούλες για πρωινό πλύσιμο προσώπου και στηριγμένα όρθια μικρά καθρεφτάκια για την… κόμμωση! Και στην απέναντι άκρη μάλλον θα πρέπει να υπήρχαν κάποια αρχαία. Δεν τα θυμάμαι καλά γιατί απέφευγα εκείνη την πλευρά.

Ακριβώς στο στένεμα του Λαιμού υπήρχαν δύο εστιατόρια που λειτουργούσαν σε κάτι άθλια παραπήγματα φτιαγμένα από λαμαρίνες. Του ενός εστιάτορα ο πατέρας είχε βαφτίσει την κόρη κι έτσι είχαμε απόλυτη προτεραιότητα στην όντως εξαιρετική περιποίηση, η οποία εξικνείτο -πέραν από τις λαχταριστές τσιπούρες- μέχρι χορηγήσεως κουβερτών για προγραμματισμένη διανυκτέρευση δίπλα στο κύμα, τα πιο ζεστά Σαββατοκύριακα. Γύφτοι κι εμείς, εν μέσω… ομοεθνών μας! Εννοείται πως ο Μανώλης ήταν πάντα στην ώρα του την Κυριακή μπροστά στην Λίμνη, για να μας επαναφέρει στο σπίτι, στον Βούθουλα.

Τελευταία φορά που θυμάμαι τις υπηρεσίες του Τραμπαρίφα ήταν το καλοκαίρι του ’58. Κατά τις βλακώδεις προλήψεις της εποχής -ένα χρόνο μετά τον θάνατο του πατέρα- η χήρα-κοράκι στο ντύσιμο, ώφειλε να κάθεται σπίτι, να σκούζει και πλαντάζει στο κλάμα. Έτσι, κάτι αυγουστιάτικα μεσημέρια που η Αθήνα καιγόταν, ο Μανώλης μας μετέφερε -μυστικά- στο έρημο, τότε, Λινοβρόχι για ένα δροσερό διάλειμμα στα νερά του Σαρωνικού.


Ο Μανώλης Τραμπαρίφας σύμφωνα με μια μαρτυρία της κόρης του Σουγιούλ ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο, και προσωπικός ταξιτζής του παλιού συνθέτη.

Οι σπαρταριστοί στίχοι που αφιέρωσαν σε αυτόν οι Σακελλάριος και Σουγιούλ και τραγούδησε η Σωτηρία Μπέλλου μεταξύ πολλών άλλων, εξυμνούν τα θέλγητρα των νοτίων προαστίων σε εποχές περασμένες και χάρισαν στον Μανώλη Τραμπαρίφα μια …δεύτερη ζωή. Είναι οι παρακάτω:

Βρε Μανώλη Τραμπαρίφα
βάλε τη διπλή ταρίφα,
φουλαριστός τράβα ντουγρού
στη λεωφόρο του Συγγρού.
Απόψε το κορίτσι θέλει θάλασσα
κι εγώ ποτέ χατίρι δεν του χάλασα.

Όλη μέρα εργασία
κούραση κι ορθοστασία,
κι από τη ζέστη βρε ζημιά
να σου ‘ρχεται λιγοθυμιά.
Απόψε που την έβγαλα τη μπέμπελη
γουστάρω νύχτα δροσερή και ρέμπελη.

Στα θαλασσινά μπαράκια
μπίρες και καλαμαράκια,
κιθάρες, ντέφια και βιολιά
και ξάπλες στην ακρογιαλιά.
Απόψε που υπάρχουνε τα τάλιρα
ρε μάγκες θα οργώσουμε τα Φάληρα.