Connect with us

Hi, what are you looking for?

Τοπικα Νεα

Νεκροταφείο «καλών ιδεών» η Αυτοδιοίκηση

Ένα μόνιμο πεδίο πειραματισμών, νεωτερισμών και εν γένει «καλών ιδεών» που επινοούνται σε ένα θεωρητικό επίπεδο αλλά συνήθως σκοντάφτουν στην πραγματικότητα είναι η τοπική αυτοδιοίκηση. Τουλάχιστον από το 2010 και έπειτα, όταν δηλαδή η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ εισηγήθηκε και θεσμοθέτησε τον «Καλλικράτη», κάθε μετέπειτα κυβέρνηση θέλησε να συνδεθεί με μια μεγαλύτερη ή μικρότερη μεταρρυθμιστική προσπάθεια που θα απέπνεε κάτι καινοτόμο και τολμηρό.

Η τοπική διακυβέρνηση θεωρείται άλλωστε από την ίδρυση του ελληνικού κράτους ένα δημοκρατικό πεδίο όπου η κοινωνική βούληση μπορεί να εκφραστεί αδιαμεσολάβητα και πιο αυθεντικά. Καθώς αποτελεί ταυτόχρονα μια βαθμίδα διοίκησης που δεν επηρεάζει καταλυτικά την κεντρική εξουσία, οι κυβερνήσεις φαίνεται ότι επιθυμούν να εξισορροπούν τον συγκεντρωτισμό τους με παραχωρήσεις συμμετοχικότητας στο τοπικό επίπεδο. 

Δεν υπάρχει χαρακτηριστικότερο παράδειγμα από την πρόβλεψη του «Καλλικράτη» το 2010 να αποκτήσει κάθε Δήμος υποχρεωτικά μια Επιτροπή Διαβούλευσης, όπου θα έπρεπε να συζητείται κάθε σημαντική τοπική απόφαση. Οι επιτροπές αυτές συγκροτήθηκαν με τη συμμετοχή όλων των τοπικών συλλογικών φορέων αλλά και απλών δημοτών κατόπιν κλήρωσης. Καλή ιδέα, αλλά απέτυχε συνολικά. Τόσο ο αποκλειστικά γνωμοδοτικός χαρακτήρας του οργάνου, όσο και η πλαδαρή της σύνθεση συντέλεσαν ώστε πανελλαδικά να παρατηρηθεί πολύ χαμηλό ενδιαφέρον συμμετοχής και αδυναμία επίτευξης απαρτίας στις συνεδριάσεις. Στην πράξη λειτούργησε ως ένα γραφειοκρατικό εμπόδιο της διοίκησης για σημαντικά θέματα, όπως η έγκριση του προϋπολογισμού. Μετά από 13 χρόνια ο θεσμός καταργήθηκε και πλέον κανείς δεν τον αναπολεί. 

Η κυβέρνηση Σαμαρά το 2013, ένα έτος δηλαδή πριν τις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2014, ανακοίνωσε ότι θα προχωρήσει σε μια τολμηρή μεταρρύθμιση που θα άλλαζε άρδην το εκλογικό τοπίο. Θα καταργούσε όπως ανακοινώθηκε τις παρατάξεις ώστε το εκλογικό σώμα να ψηφίζει σε ένα ψηφοδέλτιο τους υποψήφιους Δημάρχους και σε ένα άλλο ενιαίο ψηφοδέλτιο να σταυρώνει τους υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους της επιλογής του. Ο ίδιος ο τότε πρωθυπουργός είχε μιλήσει αναλυτικά σε συνέντευξή του γι’ αυτή την ιδέα που κατά τη γνώμη του θα συντελούσε σε μια δημοκρατική και αξιοκρατική αναβάπτιση του συστήματος. Εν τέλει ο Αντώνης Σαμαράς άκουσε τις σοβαρές αντιρρήσεις σύσσωμου του αυτοδιοικητικού κόσμου και απέσυρε την πρότασή του. 

Τα χρόνια της διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ σημαδεύτηκαν επίσης από την ψήφιση και εφαρμογή μιας μεγάλης μεταρρύθμισης που πήρε το όνομα «Κλεισθένης». Κορωνίδα του νέου πλαισίου ήταν η υιοθέτηση ενός περισσότερο αναλογικού μικτού εκλογικού συστήματος που ενώ διατηρούσε τον δεύτερο γύρο αν ο υποψήφιος Δήμαρχος δεν συγκέντρωνε την πρώτη Κυριακή 50%, διένειμε αναλογικά τις έδρες του Δημοτικού Συμβουλίου από τον πρώτο γύρο. Η πρόβλεψη αυτή που θεωρητικά θα ωθούσε σε ευρύτερες συνεργασίες και συναινέσεις, συντέλεσε τελικά σε πρωτοφανείς δυσλειτουργίες. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν ο Δήμος Θεσσαλονίκης όπου ο εκλεγμένος από τον β’ γύρο Δήμαρχος εξέλεξε μόνο 7 από τις 49 έδρες του Δημοτικού Συμβουλίου. Πιεστικές ανάγκες από την πρώτη ημέρα των νέων διοικήσεων οδήγησαν την επόμενη κυβέρνηση που είχε στο μεταξύ αναλάβει, να θεσπίσει μια σειρά αντίμετρων στην κατεύθυνση του συγκεντρωτισμού προκειμένου να λειτουργήσουν απρόσκοπτα οι Δήμοι.

Οι πιο εμβληματικές καινοτομίες του «Κλεισθένη» τελικά καταργήθηκαν, όπως η λεγόμενη απλή αναλογική. Υπήρξε συνολικά μια μεταρρύθμιση που αναγγέλθηκε με θόρυβο, ως κορυφαία θεσμική αλλαγή που συμπύκνωνε ένα μεγάλο ιδεολογικό φορτίο. Και κατόπιν αποσύρθηκε εσπευσμένα, καθώς ο σχεδιασμός δεν έλαβε ποτέ υπόψη το κριτήριο της πράξης. 

Κάποιες από τις μεταρρυθμιστικές καινοτομίες που ανακοίνωσε η κυβέρνηση της ΝΔ για τη δική της μεγάλη μεταρρύθμιση που πλέον βρίσκεται σε φάση διαβούλευσης, φέρνουν επίσης σκεπτικισμό για το πόσο θα μακροημερεύσουν. Τα νέα Συμβούλια Νέων που σχεδιάζονται για όλους τους δήμους άνω των 2.000 κατοίκων είναι ένα από αυτά τα μέτρα που συνιστούν «καλές ιδέες», μέχρι να φτάσει η στιγμή της εφαρμογής τους. Άλλωστε, η ίδια ιδέα με άλλη μορφή επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί και τη δεκαετία του 2000, χωρίς επιτυχία. Η πρόταση της κυβέρνησης είναι για ένα καθαρά γνωμοδοτικό όργανο χωρίς καμία αρμοδιότητα που θα πρέπει να εκλέγεται δύο φορές σε μία δημοτική θητεία, με τον πρόεδρο του Συμβουλίου να μπορεί να μετέχει στις συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου χωρίς όμως δικαίωμα ψήφου. Επίσης, η πρόβλεψη για υποψηφίους συμβούλους «άνευ σταυρού», που σύμφωνα με την πρόταση θα εκλέγονται κατά το πρότυπο των βουλευτών επικρατείας για τον πρώτο συνδυασμό, πάλι συνιστά μια καινοτομία που δεν φαίνεται να έχει μελετηθεί σε βάθος και να έχει τεκμηριωθεί επαρκώς. Θα αντέξει άραγε; 

Υπάρχει μια γενική αρχή στη λειτουργία των σύνθετων θεσμών, όπως η αυτοδιοίκηση, που λέει ότι δεν αλλάζεις κάτι που λειτουργεί ικανοποιητικά. Κάθε αλλαγή πρέπει να ανταποκρίνεται σε μια ανάλογη ανάγκη, όπως αυτές προκύπτουν καθημερινά στη λειτουργία των δήμων και των περιφερειών. Έχει κατοχυρωθεί όμως ένας ειλικρινής διάλογος μεταξύ κεντρικής και τοπικής διοίκησης για να τροφοδοτεί αυτή τη συζήτηση; Όλα δείχνουν πως όχι.

Αναλυτικά οι αλλαγές του τελευταίου νομοσχεδίου: