Οι αδικίες του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ και η οργή που ξεσηκώνει τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους πανελλαδικά δεν είναι μακριά από τον Δήμο Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης. Λίγο μετά τη Σχολή Ευελπίδων, σε ένα μαντρί που λειτουργεί από τη δεκαετία του 1980 συναντήσαμε τρεις κτηνοτρόφους της περιοχής.
Η μυρωδιά από τα ζώα, το επαρχιακό τοπίο, η χρωματιστή προφορά των συνομιλητών, όλα παρέπεμπαν σε κάποιο μακρινό από το Λεκανοπέδιο τόπο. Κι όμως, τη σκληρή ζωή της κτηνοτροφίας, που έχει μεγάλες απαιτήσεις και δίνει μικρές ανταμοιβές, ακόμα επιλέγουν λίγοι, πολύ λίγοι πλέον άνθρωποι στις παρυφές της αθηναϊκής ριβιέρας.
Σε κάποιους ο ΟΠΕΚΕΠΕ χρωστάει
«Κοροϊδία! Δεν τα πήρα τα λεφτά εγώ, τα πήρε ο κύριος που δεν έχει πρόβατα. Να τα πάρει ο γνήσιος, όχι ο κύριος που δεν ξέρει να ξεχωρίζει την προβατίνα. Είναι αδικία μεγάλη. Εμένα με κλέψανε», είναι η πρώτη αντίδραση στο άκουσμα της λέξης ΟΠΕΚΕΠΕ. «Πήγαινα κάθε μέρα στον ΟΠΕΚΕΠΕ στο Κορωπί, δύο μεγάλες αίθουσες με 30 άτομα μέσα, όλοι γραφιάδες. Εγώ είμαι παραπονούμενος, δεν πήρα ούτε τη νόμιμη επιδότηση. Τίποτα, μου τα έφαγαν. Για επτά χρόνια θα έπρεπε να είχα πάρει κάποιες χιλιάδες ευρώ. Απελπίστηκα και τους μούντζωσα. Τα πήραν κάποιοι πιο έξυπνοι. Δεν βλέπω εγώ πολιτικά σε αυτό. Από το 2000 το ίδιο γίνεται. Τι ψάχνεις να βρεις».

Ο συνομιλητής μας έχει την ευθύτητα να παραδεχτεί ότι η επιδότηση για τους κτηνοτρόφους δεν ήταν ζήτημα επιβίωσης. «Αυτά που λένε μερικοί ότι δεν έχουν να φάνε και να ταΐσουν τα παιδιά τους; Τα παραλένε!». Κατά τη γνώμη του, το μεροκάματο βγαίνει με το παραπάνω, τα προβλήματα είναι άλλα.
Όμως το σκάνδαλο και ο θόρυβος της επικαιρότητας δεν τους έχει αφήσει ανεπηρέαστους: «Πάω το βράδυ να πιω ένα κρασί και μου λένε βρε μπαγάσα, τα έχεις τσεπώσει και κορδώνεσαι! Παραέγινε η κοροϊδία. Αυτοί πήραν λεφτά που έκλεψαν από εμένα». Κτηνοτροφική οικογένεια από τη Φωκίδα, ο πατέρας του συνομιλητή μας έφερνε τα πρόβατα στη Βάρη με τα πόδια κάθε χειμώνα. Όταν ανέλαβε ο ίδιος, τα μετέφεραν με το τρένο και αργότερα με φορτηγά.
Περιγράφει έναν σκληρό τρόπο ζωής που τίποτα δεν θυμίζει τις αστικές συνήθειες. «Εδώ δεν μας βλέπει κανείς» παρατηρεί, σαν να υψώνονται τείχη με τον κόσμο κάτω από τη λεωφόρο Βάρης Κορωπίου. Δεν ήταν όμως πάντα έτσι. «Η Αττική είχε κάποτε τα περισσότερα πρόβατα από όλους τους νομούς της χώρας. Είχε τους ντόπιους και ήρθαν και οι αλλοδαποί, όπως εγώ. Μόνο από τα χωριό μου ήρθαν εδώ 50 κοπάδια πρόβατα».
«Είμαστε υπό διωγμό»
Τι γίνεται όμως με την επόμενη γενιά; Ο γιος του κτηνοτρόφου με τον οποίο μιλάμε είναι ο τελευταίος της περιοχής. Όμως «δεν θα συνεχίσει ο γιος. Είναι σκλαβιά. Το μεροκάματο το βγάζει αλλά δεν έχει ούτε μία μέρα λάσκα, ούτε έχει όρεξη να πάει το βράδυ μια βόλτα, γιατί όλη μέρα του έχει βγει η Παναγία». Η καθημερινότητα του κτηνοτρόφου είναι πολύ σκληρή: «Σε μας δεν υπάρχει ρεπό. Κάθε μέρα αρμέγεις, αν τα αφήσεις μια φορά, το έχασες το γάλα. Δεν μπορείς να πεις δεν το ανοίγω σήμερα το μαγαζί. Πρέπει να αρμέξεις, να καθαρίσεις, να ταΐσεις και μετά να πας στο σπίτι. Πάσχα, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά δεν υπάρχουν».
Βοηθούς στο επάγγελμα πλέον σπάνια μπορεί να βρει κανείς, λένε. Ακόμη και με 1.000 ευρώ μισθό, με φαγητό και στέγη εξασφαλισμένα, κανείς δεν ενδιαφέρεται, ημεδαπός ή μετανάστης, να ακολουθήσει τη δουλειά του τσοπάνη.
Μία άλλη διάσταση είναι η οικογένεια: «Πες σε έναν νέο να έρθει να πιάσει αυτό το επάγγελμα. Πες σε μια γυναίκα να έρθει εδώ και να τον παντρευτεί. Σε λίγο όποιος έχει πρόβατα θα έχει μουσείο, θα λένε πάμε εκεί να δούμε πρόβατο», είναι η απαισιόδοξη εκτίμηση.
«Με λίγα λόγια, είμαστε υπό διωγμό. Στα Βλάχικα υπήρχαν χιλιάδες πρόβατα, τώρα κανένα. Ούτε και θα ξανακάνει κανένας πρόβατα. Μας τρώει το εισαγόμενο». Οι κτηνοτρόφοι που μιλήσαμε θεωρούν ότι ήδη η εγχώρια ζήτηση γάλακτος και κρέατος καλύπτεται από εισαγόμενα ζώα και προϊόντα που παράτυπα βαφτίζονται ελληνικά. Πιστεύουν ότι στο κοντινό μέλλον όλα θα είναι εισαγόμενα.
Και περιγράφουν ένα απόλυτα εχθρικό περιβάλλον για το επάγγελμά τους: «Η σύνταξη που έβγαλα μετά από 30 χρόνια ήταν 418 ευρώ. Ναι, έδινα λίγα κάθε μήνα, αλλά όχι κι έτσι!», αναφέρει για να τονίσει ότι «αν δεν έχεις κάνει ρεζέρβα, δεν έχεις να ψωνίσεις». Σήμερα, και παρά το γεγονός ότι λειτουργεί πάνω από 30 χρόνια, το μαντρί του δεν έχει καν άδεια, ένα πρόβλημα που εντοπίζεται συνολικά στην ανατολική Αττική, σε αντίθεση με τη δυτική. Ως αποτέλεσμα, δεν δικαιούται και αγροτικό ρεύμα. «Τι να λέμε, δεν υπάρχει δικαιοσύνη».
Ευχαριστώ για τη διευκόλυνση του ρεπορτάζ τον Κώστα Σφέτσα



