Connect with us

Hi, what are you looking for?

βιβλίο

Η προφορική κληρονομιά του Πάνου Γεραμάνη

Πάνος Γεραμάνης & «Λαϊκοί Βάρδοι», εκδόσεις Τόπος

Μια διαφορετική ιστορία του λαϊκού τραγουδιού
από τους πρωταγωνιστές του
Επιμέλεια: Ναυσικά Γεραμάνη και Μαριάννα Τζιαντζή

Τι γνωρίζουμε για τους πρωταγωνιστές και τους εργάτες του λαϊκού τραγουδιού; Πώς μπορεί να πέσει φως σε μια μακρινή και πολύ λίγο ντοκουμενταρισμένη εποχή, 60 και 70 χρόνια πριν, όταν οι άνθρωποι διασκέδαζαν, γράφοντας βιωματικά ένα κομμάτι της ιστορίας του λαϊκού πολιτισμού; Τα ερωτήματα αυτά, από γνήσια αγάπη για τη λαϊκή σκηνή, επιχείρησε να απαντήσει από τις αρχές του 1990 ο δημοσιογράφος Πάνος Γεραμάνης, με τη ραδιοφωνική του εκπομπή «Λαϊκοί Βάρδοι» στις δημόσιες συχνότητες της ΕΡΤ.

Στο ραδιομέγαρο της Αγίας Παρασκευής καλούσε τραγουδιστές, μεγάλους αλλά και ξεχασμένους, οργανοπαίχτες γνωστούς αλλά και άσημους, και με τα μικρόφωνα ανοιχτά έκανε μια νοσταλγική συνήθως καταβύθιση σε όμορφες και ένδοξες στιγμές, φιλοδοξώντας να καταγράψει αξιόλογες ιστορίες αλλά και τις απόψεις των καλεσμένων του.

Όμως η μοίρα του ραδιοφώνου είναι να παράγει «έπεα πτερόεντα», λόγια που πετούν και φεύγουν. Κάποιοι τυχεροί ακροατές τα έχουν ως συντροφιά για όσο μεταδίδονται και μετά παραδίδονται όλα στη λήθη. Ευτυχώς η ΕΡΤ από μια ιστορική συνείδηση κράτησε αρχείο των εκπομπών του Πάνου Γεραμάνη και οι συζητήσεις που έκανε με τους λαϊκούς βάρδους καταγράφηκαν σε μαγνητοταινίες που πλέον έχουν ψηφιοποιηθεί. Και οι πιστοί φίλοι του Πάνου Γεραμάνη με υπομονή και αγάπη από το 2016 απομαγνητοφωνούν αυτό το πολύτιμο υλικό, ώστε να το ξεκλειδώσουν και να το καταστήσουν διαθέσιμο σε αναγνώστες και ερευνητές. Στην ομάδα αυτή ανήκουν και η Ναυσικά Γεραμάνη, σύντροφος του δημοσιογράφου που έφυγε πρόωρα το 2005, και η δημοσιογράφος Μαριάννα Τζιαντζή που επιμελήθηκαν έναν τόμο ορόσημο για την ιστορία του λαϊκού τραγουδιού, το Πάνος Γεραμάνης, «Λαϊκοί βάρδοι», στιγμές από τη ζωή τους, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος

Θέματα, όχι πρόσωπα στο επίκεντρο

Μολονότι οι δύο επιμελήτριες σεμνά δηλώνουν εισαγωγικά ότι το βιβλίο γράφτηκε ή μάλλον «υπαγορεύτηκε» από τον δημοσιογράφο και τους προσκεκλημένους του, η αλήθεια είναι ότι η επιλογή και οργάνωση ενός χαοτικού προφορικού υλικού αποτελεί μια πολύ κοπιαστική και απαιτητική εργασία. Οι διαθέσιμες απομαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις, σε μια έκταση που όπως αναφέρεται ξεπερνούν τις 1 εκατομμύριο λέξεις, χτενίστηκαν αναζητώντας θεματικές συνάφειες και έτσι γράφτηκαν τα 13 κεφάλαια του βιβλίου που διερευνούν όχι πρόσωπα, αλλά ενδιαφέροντα πεδία του λαϊκού πολιτισμού: Η φτωχική καταγωγή των καλλιτεχνών, η μορφή της λαϊκής διασκέδασης στα καταστήματα της μεταπολεμικής εποχής, τα όργανα της ορχήστρας, η ιστορία της δισκογραφίας, τα πανηγύρια, οι περιοδείες στο εξωτερικό, οι πλούσιοι πελάτες των μαγαζιών, ο ρόλος των γυναικών, μεταξύ άλλων.

Οι δύο επιμελήτριες ερανίζονται αποσπάσματα και συγκροτούν μια νέα ενιαία αφήγηση, αξιοποιώντας τον πλούτο της προφορικότητας και αποφεύγοντας τις επαναλήψεις, τις όποιες ανακρίβειες, τα λιγότερο ενδιαφέροντα σημεία. Ένα περίτεχνο κορφολόγημα που βγάζει μια νέα ουσία από τον άγριο κήπο των αυθόρμητων ραδιοφωνικών συζητήσεων. 

Άλλωστε, όπως επισημαίνεται και εισαγωγικά, ο ίδιος ο Πάνος Γεραμάνης δεν έκανε τις εκπομπές του βάσει κάποιου αναλυτικού σχεδίου να καλύψει θέματα και πρόσωπα για μια μελλοντική ραδιοφωνική εγκυκλοπαίδεια του λαϊκού τραγουδιού. Όπως συμβαίνει σε κάθε δημοσιογραφική εργασία, οι καθημερινές ανάγκες για νέο υλικό τον οδηγούσαν σε επιλογές θεμάτων και προσώπων. Όμως η πολυετής διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του τελικά άφησαν ένα πολύ σημαντικό αποτύπωμα και μια πρώτη ύλη που άξιζε να βρει μια δεύτερη ζωή, στον κόσμο των γραμμάτων αυτή τη φορά.

Αυθεντικές αφηγήσεις

Μιλώντας για ένα μαγαζί όπου τραγουδούσε στις Τζιτζιφιές στις αρχές της καριέρας της η Δούκισσα, περιγράφει πώς στην παραλία απέναντι από το κατάστημα «ερχόντουσαν οικοδόμοι και κάνανε πικνίκ ολονύκτιο, ακούγανε και τη μουσική τους και κοιμόντουσαν στα βότσαλα» (θυμίζοντας κάπως το τραγούδι του Σουγιούλ «Το κορίτσι θέλει θάλασσα», με το στίχο «κιθάρες, ντέφια και βιολιά και ξάπλες στην ακρογιαλιά»).

Περιγράφοντας τα πανηγύρια στην προ τηλεόρασης εποχή, ο επιχειρηματίας Στέλιος Πλακίτσης από τον Μαραθώνα ιστορούσε πως τα χωριά της ανατολικής Αττικής, όπως το Κορωπί και το Μαρκόπουλο, ήταν «κέντρα λαϊκών εκδηλώσεων», όπου οι καλλιτέχνες έβγαζαν τα περισσότερα χρήματα, τη «χαρτούρα» όπως ονόμαζαν τα πακέτα με τα μετρητά.

Η τραγουδίστρια Ρένα Ντάλμα αλλά και ο ακορντεονίστας και τραγουδιστής Σταύρος Χατζηδάκης μίλησαν για την αγάπη του εφοπλιστή Διαμαντή Πατέρα για τη λαϊκή μουσική, το πώς καλούσε ορχήστρες στην καθέλκυση των πλοίων του. Αφηγήσεις και εικόνες που αποκαλύπτουν ενδιαφέρουσες πτυχές μιας κοντινής εποχής που ωστόσο φαντάζει σήμερα πολύ μακρινή. 

«Ποτέ ο Πάνος Γεραμάνης δεν επιδίωξε να λάμψει περισσότερο από τους καλεσμένους του», παρατηρούν εύστοχα οι επιμελήτριες του βιβλίου, σημειώνοντας μια δημοσιογραφική αρετή –ξεχασμένη ίσως την τηλεοπτική εποχή– που περιγράφει τον επαγγελματία των μέσων ενημέρωσης ως ερευνητή της αλήθειας και όχι ως λαμπερό πρόσωπο. Άριστος γνώστης του αντικειμένου του, ο Πάνος Γεραμάνης καθοδηγεί τους συνομιλητές του στις περιοχές όπου γνωρίζει ότι θα βγάλει κάτι αξιόλογο, με έκδηλο σεβασμό σε κάθε λέξη. Οι επιμελήτριες στις υποσημειώσεις και στις εισαγωγές των κεφαλαίων επεξηγούν πρόσωπα και ολόκληρες εποχές, σκιαγραφώντας μια εναλλακτική ιστορία του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού.

Ένα βιβλίο που διαβάζεται ευχάριστα, ένα δοκίμιο απαλλαγμένο από περιττές θεωρητικοποιήσεις που αναδεικνύει την αλήθεια των αφηγήσεων. Η διασκέδαση είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας των ανθρώπων και η καθημερινότητα αυτή είναι συχνά ένα παραμελημένο κομμάτι της Ιστορίας. Από την άποψη αυτή το Πάνος Γεραμάνης «Λαϊκοί βάρδοι» είναι μια ιστορική και κάπως νοσταλγική κατάθεση που θα ικανοποιήσει κάθε θαυμαστή του παλιού λαϊκού τραγουδιού.