Αν τα Βλάχικα της Βάρης ήταν πρόσωπο...

Αν τα Βλάχικα της Βάρης ήταν πρόσωπο…

Μάλλον είναι η πιο αναγνωρίσιμη φυσιογνωμία πλέον στο οδικό δίκτυο του Λεκανοπεδίου, μετά την κατάργηση του τροχονόμου της Κηφισιάς.

Μια επιβλητική φιγούρα στο μέσο της λεωφόρου Ευελπίδων (της γνωστής και ως Βάρης Κορωπίου) με γκλίτσα, αμφίεση που παραπέμπει σε τσολιά και μια μοναδική γκάμα σωματικών εκδηλώσεων επί του πεζοδρομίου και του οδοστρώματος σε περίπτωση που πλησιάζει όχημα τις ταβέρνες.

tspg

Πίσω από το ρόλο του πιο εκδηλωτικού κράχτη στα Βλάχικα υπάρχει ένας οικογενειάρχης από τη Βάρη, ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας που εδώ και πολλά χρόνια κάνει ένα πολύ δύσκολο μεροκάματο. Σε πολλούς η δουλειά αυτή ίσως φαντάζει παρωχημένη, παράνομη ή καθόλου σικ, όμως εκπέμπει κάτι γραφικό που μέσα στη συμβατικότητα της περιοχής του Δήμου Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης αποτελεί πλέον στοιχείο …διατηρητέο.

Ο Νίκος Βλάχος (το όνομα είναι πραγματικό!) δουλεύει στα Βλάχικα από το 1984. Στις καλές εποχές το πεζοδρόμιο ήταν η δεύτερη δουλειά του για τα Σαββατοκύριακα, ενώ ως υδραυλικός στις οικοδομές βιοποριζόταν τις υπόλοιπες ημέρες. Η κρίση όμως σταμάτησε τις οικοδομές και η ταβέρνα έγινε το κύριο επάγγελμα τα τελευταία χρόνια. Στο μεταξύ όμως μεγάλωσε τρία παιδιά, κάνοντας διπλά μεροκάματα. Όπως λέει με καμάρι, η κόρη του έγινε στρατιωτικός, ο γιος του άνοιξε γυμναστήριο στη Βάρη και ο μικρότερος σπουδάζει πληροφορική στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο.

Είναι κάθε βράδυ στη θέση του, ανεξαρτήτως καιρού, 10 ως 12 ώρες τα καλοκαίρια, κάποιες φορές και παραπάνω. «Εγώ είμαι της παλιάς σχολής. Αν είναι μέρα που τσιμπάει, θα κάτσω παραπάνω να βγάλω τα σπασμένα άλλων ημερών», λέει. Όταν του λες ότι η δουλειά είναι δύσκολη, το βλέμμα του σκληραίνει. «Κανείς δεν ξέρει πόσο, αν δεν την κάνεις. Το θέμα είναι να αγαπάς όμως αυτό που κάνεις. Αγάπη και τίποτα άλλο. Αυτό γράψε ότι λέει ο Βλάχος!».

Είναι ένα κρύο βράδυ καθημερινής του Ιανουαρίου και η κίνηση πεσμένη. Κάτω από την αυτοσχέδια στολή τσολιά ο Νίκος Βλάχος φοράει μάλλινη φανέλα και φούτερ και από πάνω στρατιωτικό μπουφάν και φέσι. Τσιμπάει μια μερίδα κοκορέτσι στο πόδι, γνωρίζοντας ότι λόγω ευρημάτων στην καρδιά πρέπει να τρώει διαφορετικά. Και είναι πάντα σε εγρήγορση να καλωσορίσει ή να αποχαιρετίσει πελάτες στη «Φωλιά των κυνηγών». Το πόστο στη γωνία με το φανάρι είναι ιδανικό και αυτός είναι ο απόλυτος κυρίαρχος της περιοχής. Ένας διερχόμενος ταξιτζής τον χαιρετάει κορνάροντας. Πειράζει κάποιο γκαρσόνι διπλανής ταβέρνας που περνά από μπροστά του. Μόλις ακούει να χτυπά η καμπάνα από την απέναντι εκκλησία, κάνει τον σταυρό του.

«Σπίτι έχω 30-40 μηνύσεις» απαντά με αμεσότητα στην ερώτηση για την «άγρα πελατών», η οποία ως γνωστόν διώκεται. «Κοίτα, εγώ μεροκάματο κάνω. Δεν έβλαψα κανένα. Και στους δικαστές αυτό λέω ότι δεν κάνω κάτι κακό, έχω πάει αρκετές φορές». Το κλίμα είναι πολύ ανταγωνιστικό στη γειτονιά με τις ταβέρνες, καθώς η κίνηση που υπήρχε κάποτε πλέον είναι άφταστη. «Είμαστε 5-6 άτομα εδώ στο πεζοδρόμιο, όλοι είμαστε φίλοι», λέει για τους συναδέλφους του. «Με κάποια αφεντικά είμαι μόνο τσακωμένος», παραδέχεται.

Ποιο είναι όμως το μυστικό της δουλειάς; «Χαμόγελο και πειθώ. Τίποτα άλλο. Τους τραγουδάω, τους μιλάω, οι περισσότεροι δεν απαντάνε, κάποιοι τσαντίζονται που μπαίνω στο δρόμο τους. Στον άλλο είπα προχτές: Δεν τρως καλά, δεν πληρώνεις. Μπήκε αμέσως», εξηγεί με απέραντη φυσικότητα.

Ο Νίκος Βλάχος μπορεί να μην κατάγεται από τα Βλάχικα, αλλά έχει πάνω του κάτι το αυθεντικό. Την καρδιτσιώτικη προφορά του ίσως την χρωματίζει λίγο πιο έντονα στο πλαίσιο του ρόλου του, αλλά είναι ο σωστός άνθρωπος για τη δουλειά. Στον Ελληνόπυργο, ένα μικρό απόκρημνο χωριό στα Άγραφα όπου μεγάλωσε, φρόντιζε αγελάδες μέχρι τα 16 χρόνια του. Τώρα έχει για δεύτερο σπίτι του μια από τις παλιότερες ταβέρνες της γειτονιάς, προσελκύοντας πελάτες με την ευστροφία του αλλά και την παράδοξη εμφάνιση που παραπέμπει στα βουκολικά σκηνικά που κάποτε κυριαρχούσαν στη Βάρη και συγκεκριμένα στο Δίλοφο, τα Βλάχικα όπως έμεινε γνωστή η περιοχή.

Η μέθοδος του κράχτη δεν είναι και η τελευταία λέξη του μάρκετινγκ ενώ ενδεχομένως να απωθεί ορισμένους πελάτες αντί να τους πείθει. Οπωσδήποτε όμως για να επιβιώνει ως κοινή πρακτική τόσες δεκαετίες, θα φέρνει αποτέλεσμα.

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δημοσιογράφος, φύλλο 17, Ιανουάριος 2020)