Connect with us

Hi, what are you looking for?

Επικαιρότητα

Το πρόβλημα του φύλου στις εκλογές της αυτοδιοίκησης

Αν υπήρχε ο όρος «λειψογυναικία», αυτός θα ήταν κατάλληλος για να περιγράψει το πρόβλημα κατάρτισης εκλογικών συνδυασμών στην αυτοδιοίκηση πρώτου βαθμού.

Διότι μπορεί η νομοθεσία να κάνει λόγο για ελάχιστο ποσοστό αντιπροσώπευσης κάθε φύλου στα ψηφοδέλτια, έτσι αόριστα, όμως όλοι γνωρίζουν ότι είναι οι γυναίκες υποψήφιες που λείπουν πάντα.

Η διοικητική μεταρρύθμιση του «Κλεισθένη» έκανε το πεδίο αυτό αρκετά πιο απαιτητικό για τους υποψήφιους και τις υποψήφιες Δημάρχους.

Στις εκλογές του 2010 και του 2014, επί «Καλλικράτη» δηλαδή, ο νόμος όριζε για κάθε συνδυασμό ότι «ο αριθμός των υποψήφιων δημοτικών συμβούλων από κάθε φύλο ανέρχεται τουλάχιστον στο ένα τρίτο (1/3) του συνολικού αριθμού των μελών του δημοτικού συμβουλίου».

Στις ερχόμενες εκλογές ωστόσο, ο «Κλεισθένης» αύξησε το ποσοστό στο 40%, ανεβάζοντας παράλληλα και τη βάση υπολογισμού στο σύνολο των υποψηφίων κάθε παράταξης, που μπορεί φυσικά να υπερβαίνει τον αριθμό των εδρών: «Ο αριθμός των υποψήφιων δημοτικών συμβούλων από κάθε φύλο ανέρχεται σε ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%), τουλάχιστον, του συνολικού αριθμού των υποψηφίων του οικείου συνδυασμού», όπως είναι η ακριβής διατύπωση στον ισχύοντα πλέον νόμο.

Πρακτικά, σε έναν Δήμο με 33 έδρες στο Δημοτικό Συμβούλιο (όπως οι Δήμοι Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης, Αλίμου και Ελληνικού Αργυρούπολης) το 2014 μια παράταξη χρειαζόταν απαραιτήτως 11 γυναίκες υποψήφιες. Στην ερχόμενη εκλογική αναμέτρηση θα χρειάζεται 17 γυναίκες υποψήφιες με έναν πλήρη συνδυασμό και 13 με τον ελάχιστο αριθμό υποψηφίων.

Αντίστοιχα, σε ένα Δημοτικό Συμβούλιο με 41 έδρες (όπως οι Δήμοι Γλυφάδας και Ηλιούπολης) επί «Καλλικράτη» μια παράταξη έπρεπε να περιλάβει στο ψηφοδέλτιό της 14 υποψήφιες. Πλέον, επί «Κλεισθένη» θα χρειάζεται 21 γυναίκες για να γίνει η ανακήρυξη του ψηφοδελτίου με πλήρη σύνθεση και 16 υποψήφιες με το μικρότερο δυνατό συνδυασμό.

Η υποχρεωτική ποσόστωση φύλων στους εκλογικούς συνδυασμούς, έστω και αν αμφισβητείται από πολλούς, είναι μια ιδιαίτερα θετική πολιτική παρέμβαση. Είναι ένα μέτρο αναγκαίο αλλά όχι και ικανό από μόνο του να θεραπεύσει τις κατά φύλα ανισότητες που διαπερνούν το κοινωνικό σώμα στη χώρα μας.

Κατ’ αρχάς η συμμετοχή υποψήφιων γυναικών σε εκλογικές αναμετρήσεις δημιουργεί αναπαραστάσεις που λείπουν στην ελληνική κοινωνία. Καθώς η πολιτική εν γένει αλλά και η τοπική αυτοδιοίκηση ειδικότερα θεωρείται μια κατ’ εξοχήν ανδρική ενασχόληση, η διεκδίκηση της ψήφου από αρκετές γυναίκες –έστω και κατά την προεκλογική περίοδο μόνο– συμβάλλει στο να ανατραπεί σε ένα βαθμό αυτό το στερεότυπο.

Επιπλέον, η συγκρότηση των παρατάξεων με μια ανεκτή αναλογία ως προς το φύλο, εγγυάται εκτός από έναν πλούτο απόψεων και οπτικών στην εκφορά του πολιτικού λόγου κάθε συνδυασμού και τη σύνταξη πολιτικών προγραμμάτων που θα λαμβάνουν υπόψη και μια πιο ευρεία ατζέντα θεμάτων, όπως η κοινωνική μέριμνα.

Ασφαλώς, δεν αρκεί να αλλάξει κανείς μόνο τη δομή ενός συστήματος, περιμένοντας να αλλάξει αυτομάτως το περιεχόμενο. Η μερικότητα της παρέμβασης να ορίζει νόμος την ποσόστωση των φύλων στα ψηφοδέλτια είναι και το μεγαλύτερο μειονέκτημά της.

Είναι απλή η εξήγηση: Όσο ο οικογενειακός καταμερισμός στους ρόλους των φύλων επιβάλει στη γυναίκα να έχει την ευθύνη της ανατροφής των παιδιών, την ευθύνη του νοικοκυριού και παράλληλα την ευθύνη να εισφέρει στο οικογενειακό εισόδημα με εργασία, προφανώς δεν θα υπάρξει ποτέ ελεύθερος χρόνος γι’ αυτήν ώστε να ασχοληθεί με τα κοινά, να διεκδικήσει με αξιώσεις την ψήφο των συμπολιτών της και έπειτα να λάβει μέρος στη λήψη των αποφάσεων. Αυτός είναι και ο λόγος που μέχρι σήμερα οι γυναίκες υποψήφιοι είναι συνήθως οι παρίες των ψηφοδελτίων, τα πρόσωπα που απλώς συμπληρώνουν τον απαραίτητο αριθμό, χωρίς πολλές ελπίδες επιτυχίας.

Από την άλλη μεριά δεν θα έχει και μεγάλη σημασία για την υπόθεση της ισότητας αν οι γυναίκες που βγουν μπροστά αντιγράφουν το ανδρικό πρότυπο και στερεότυπο κυριαρχίας ή ακόμα χειρότερα, αν πρεσβεύουν πολιτικά μια αναχρονιστική αντίληψη για τη δομή της κοινωνίας και το ρόλο των φύλων σε αυτήν.

Άλλο υποψήφια άλλο εκλεγμένη

Αδιάψευστο κριτήριο για πόσο έχει πετύχει μέχρι σήμερα η πολιτική της προώθησης γυναικών υποψηφίων στα ψηφοδέλτια της αυτοδιοίκησης είναι ο βαθμός εκλογής τους.

Τα νούμερα είναι απογοητευτικά: 

  • Στους 325 δήμους της χώρας εξελέγησαν κατά τις δημοτικές εκλογές του 2014 μόλις 15 γυναίκες Δήμαρχοι (ένα ποσοστό 4,6%).
  • Στους 66 Δήμους της Περιφέρειας Αττικής το 73% των δημοτικών συμβούλων (δηλαδή 1.620 άτομα) είναι άνδρες και μόλις το 27% (600 άτομα) γυναίκες.
  • Συνολικά, στις προηγούμενες αυτοδιοικητικές εκλογές συμμετείχαν 1.441 δημοτικοί συνδυασμοί σε όλη τη χώρα, από τους οποίους μόνο 153 (ποσοστό 10,6%) είχαν γυναίκα στη θέση της επικεφαλής.  

Θα είναι άραγε τα ποσοστά αυτά διαφορετικά τον Μάιο του 2019, όταν βγουν τα αποτελέσματα των ερχόμενων εκλογών;

Οπωσδήποτε η πολιτική ισότητας των φύλων δεν είναι από αυτές που μπορούν να αποδώσουν γρήγορα. Είναι θέμα εκπαίδευσης και καλλιέργειας μιας κοινωνίας, όσο και επιλογής της να εγκαταλείψει στερεότυπα του παρελθόντος. Οι δημοτικές και όλες οι υπόλοιπες εκλογές είναι ένας μηχανισμός για την εναλλαγή των αναπαραστάσεων.

Προφανώς απομένουν να γίνουν πολλά περισσότερα.

(Φωτογραφία: ΑΠΕ-ΜΠΕ/ Pixel/ Σωτήρης Μπαρμπαρούσης – Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Παλμός Γλυφάδας, 8 Σεπτεμβρίου 2018)

Advertisement
Advertisement

Newsletter

Η επικαιρότητα των 3Β κάθε Σάββατο στο email σας