Υπάρχουν φορές που οι συμπτώσεις είναι τόσο εύγλωττες ώστε παύουν να είναι συμπτώσεις.
Μόλις δύο ημέρες μετά τις δημόσιες δηλώσεις του Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος χρησιμοποίησε τη Βουλιαγμένη ως παράδειγμα για να υποστηρίξει την ανάγκη αύξησης του αριθμού των δήμων της χώρας κατά περίπου εκατό, και μόλις μία ημέρα μετά την τεκμηριωμένη απάντηση του Δημάρχου Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης στις θέσεις αυτές, δημοσιεύεται άρθρο που επιχειρεί να αποδείξει ακριβώς το ίδιο: ότι η Βουλιαγμένη θα ήταν σήμερα καλύτερα εάν δεν είχε ενταχθεί στον «Καλλικράτη» και είχε παραμείνει αυτόνομος δήμος.
Ο καθένας μπορεί να κρίνει μόνος του αν πρόκειται για μια απλή χρονική σύμπτωση ή για την προσπάθεια να ενισχυθεί εκ των υστέρων μια αδύναμη πολιτική θέση που ήδη διατυπώθηκε δημόσια. Όπως μπορεί επίσης να αναρωτηθεί από που αλλά και από ποιον προήλθαν οι πληροφορίες στις οποίες στηρίχθηκαν οι σχετικές αβάσιμες δημόσιες αναφορές για τη Βουλιαγμένη αλλά και κατά πόσο ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Ας αφήσουμε όμως τα ερωτήματα στην άκρη και ας δούμε τα γεγονότα.
Το βασικό επιχείρημα του άρθρου είναι ότι η Βουλιαγμένη θα ήταν σήμερα σε καλύτερη μοίρα εάν είχε παραμείνει ένας αυτόνομος δήμος περίπου 5.000 κατοίκων.
Πρόκειται για μια θέση που μπορεί να ακούγεται ελκυστική σε όσους αντιμετωπίζουν την αυτοδιοίκηση με όρους ρομαντισμού και νοσταλγίας. Δεν αντέχει όμως ούτε στην κοινή λογική ούτε, κυρίως, στην πραγματικότητα.
Γιατί η πραγματικότητα λέει ότι από το 2014 μέχρι σήμερα η Βουλιαγμένη, ως ισότιμο τμήμα ενός ισχυρού και οικονομικά εύρωστου Δήμου, γνώρισε τη μεγαλύτερη περίοδο επενδύσεων, έργων και θεσμικής ενίσχυσης στη σύγχρονη ιστορία της.
Απέκτησε νέους αγωγούς αποχέτευσης ακαθάρτων υδάτων στην οδό Απόλλωνος, δίνοντας οριστικό τέλος στις υπερχειλίσεις που δεκαετίες κάθε καλοκαίρι επιβαρύνουν με ρύπους έναν από τους ομορφότερους κόλπους της χώρας.
Απέκτησε ολοκληρωμένο δίκτυο αποχέτευσης ομβρίων, έργο προϋπολογισμού περίπου 12 εκατομμυρίων ευρώ, χάρη στο οποίο η πόλη δεν πλημμυρίζει πλέον σε κάθε ισχυρή ή ακόμα και μέτρια βροχόπτωση.
Απέκτησε τη νέα βιοκλιματική Πλατεία Νυμφών, έναν δημόσιο χώρο υψηλής αισθητικής που αποτελεί σημείο αναφοράς για ολόκληρη τη χώρα.
Η μαρίνα Βουλιαγμένης ανακατασκευάστηκε πλήρως. Απομακρύνθηκαν τοξικά και χημικά απόβλητα και ρύποι από τον βυθό της, δημιουργήθηκαν σύγχρονες περιβαλλοντικές υποδομές και η μαρίνα αποτελεί πλέον μία από τις πλέον σύγχρονες εγκαταστάσεις της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.
Ο Αστέρας Βουλιαγμένης ολοκλήρωσε τη μεγάλη επένδυσή του μειώνοντας την έκταση του κατά 15.000 τμ δόμησης και αποτελεί σήμερα το κορυφαίο ξενοδοχειακό συγκρότημα της χώρας, φιλοξενώντας προσωπικότητες και αρχηγούς κρατών από όλο τον κόσμο.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι όλα αυτά έγιναν χωρίς να αλλοιωθεί ο χαρακτήρας της περιοχής. Αντίθετα, κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 ετών συνενωμένης λειτουργίας στο πλαίσιο του νέου δημοτικού σχήματος, οι συνολικές τουριστικές κλίνες της Βουλιαγμένης μειώθηκαν κατά περίπου 600, δηλαδή 22%-25% αποδεικνύοντας ότι η ανάπτυξη μπορεί να συμβαδίζει με την προστασία της φυσιογνωμίας της Βουλιαγμένης.
Τα δημοτικά ακίνητα ανακαινίστηκαν πλήρως, αξιοποιήθηκαν μέσω διαφανών διαγωνισμών και αποφέρουν σήμερα οκταπλάσια σε σύγκριση με το πρόσφατο παρελθόν έσοδα στον Δήμο, ενώ παράλληλα αναβαθμίζουν αισθητικά την εικόνα της πόλης.
Το φυσικό περιβάλλον προστατεύεται περισσότερο από ποτέ. Ο Δήμος έχει προχωρήσει σε σημαντικές δικαστικές παρεμβάσεις για τις εκτάσεις της φερόμενης εκκλησιαστικής περιουσίας, αμφισβητώντας για πρώτη φορά με ισχυρή νομική τεκμηρίωση ακόμη και το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς. Παράλληλα έχει προσφύγει στην Ελληνική δικαιοσύνη για την υπόθεση της Ακτής Βουλιαγμένης, ανοίγοντας τον δρόμο για περαιτέρω διεκδικήσεις εκτάσεων παρατύπως παρανόμως άλλοι δημόσιοι ή ιδιωτικοί οργανισμοί και νομικά πρόσωπα κατέλαβαν με στόχο την επιστροφή τους στην ιδιοκτησία διοίκηση και διαχείριση της πόλης.
Την ίδια στιγμή, η Πολιτική Προστασία του Δήμου Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης διαθέτει σήμερα τον μεγαλύτερο και πλέον σύγχρονο δημοτικό επιχειρησιακό μηχανισμό της χώρας. Επιχειρησιακό Κέντρο Διαχείρισης Κρίσεων, συστήματα μη επανδρωμένων αεροσκαφών που επιχειρούν σε 24ωρη βάση, ισχυρό στόλο οχημάτων, μόνιμο προσωπικό και δεκάδες εθελοντές συνθέτουν μια δύναμη που συγκρίνεται μόνο με έναν μεγάλο πυροσβεστικό σταθμό και δεν διαθέτει κανένας άλλος δήμος στην χώρα. Δεν είναι τυχαίο ότι κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην πόλη ο ίδιος ο Πρωθυπουργός αναγνώρισε δημόσια ότι η συγκεκριμένη λειτουργία αποτέλεσε πρότυπο για όλη τη χώρα και ότι η Κρατική Πολιτική Προστασία έμαθε από τις εφαρμογές και το παράδειγμα του Δήμου Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης.
Υπάρχει όμως και μία προσωπική διάσταση που οφείλω να καταθέσω. Το 2010, όταν τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο «Καλλικράτης», οι περισσότεροι δήμοι που επρόκειτο να συνενωθούν αντιμετώπισαν την προοπτική αυτή με επιφυλάξεις ή και με ανοιχτή αντίθεση. Το ίδιο συνέβη και στη Βουλιαγμένη. Ως Δημοτικός Σύμβουλος του τότε Δήμου Βουλιαγμένης συμμετείχα στην ομόφωνη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου που εξέφραζε την αντίθεσή μας στη συνένωση και την υπερψήφισα.
Η ιστορία, όμως, απέδειξε ότι δεν είχαμε δίκιο. Δεκαέξι χρόνια μετά, έχω τη γενναιότητα και την ειλικρίνεια να το αναγνωρίσω δημόσια. Η Βουλιαγμένη, ως ισότιμο και αναπόσπαστο τμήμα του μεγαλύτερου και ισχυρότερου Δήμου Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης, όχι μόνο δεν υποβαθμίστηκε, αλλά γνώρισε τη σημαντικότερη περίοδο ανάπτυξης και προόδου στη σύγχρονη ιστορία της. Με όραμα, στρατηγικό σχεδιασμό και τη διοικητική ικανότητα του εξαιρετικού Δημάρχου Γρηγόρη Κωνσταντέλλου, η πόλη απέκτησε έργα, υποδομές, θεσμική ισχύ και προοπτικές που ένας αυτόνομος μικρός δήμος, όσο καλή διάθεση κι αν υπήρχε, δύσκολα θα μπορούσε να εξασφαλίσει. Η πραγματικότητα, τελικά, είναι ο πιο αυστηρός αλλά και ο πιο δίκαιος κριτής των επιλογών μας.
Και εδώ γεννάται ένα απλό ερώτημα, στο οποίο το άρθρο αποφεύγει επιμελώς να απαντήσει.
Με ποια οικονομική δυνατότητα θα μπορούσε ένας αυτόνομος δήμος 5.000 κατοίκων να υλοποιήσει έργα δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ; Με ποιες τεχνικές υπηρεσίες; Με ποιο νομικό επιτελείο θα έδινε τις μάχες που δίνει σήμερα; Με ποιους πόρους θα διεκδικούσε ευρωπαϊκές και εθνικές χρηματοδοτήσεις; Με ποια επιχειρησιακή επάρκεια θα είχε δημιουργήσει έναν από τους ισχυρότερους μηχανισμούς Πολιτικής Προστασίας στην Ελλάδα;
Η απάντηση είναι προφανής.
Δεν θα μπορούσε. Αλλά και εάν ακόμα υποθέσουμε ότι μπορούσε γιατί δεν τα έπραξε όσο ήταν αυτόνομος δήμος;
Αυτό ακριβώς αποδεικνύει η ίδια η πραγματικότητα.
Η Βουλιαγμένη δεν έχασε από τη συμμετοχή της στον Δήμο Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης. Αντίθετα, απέκτησε πρόσβαση σε οικονομικούς πόρους, σε ισχυρές τεχνικές υπηρεσίες, σε πολυεπίπεδη τεχνογνωσία, σε εξειδικευμένη νομική υποστήριξη, σε ευρωπαϊκά προγράμματα και σε ένα επίπεδο θεσμικής και επιχειρησιακής επάρκειας που κανένας μικρός αυτόνομος δήμος δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει. Αξίζει δεν να σημειωθεί ότι η συνένωση των τριών δήμων ήταν από τις αρμονικότερες που έγιναν στην χώρα, έλαβε χώρα γρήγορα ομαλά και απολύτως λειτουργικά χωρίς υποσημειώσεις τριβές και παρανοήσεις.
Βέβαια η νοσταλγία είναι δικαίωμα του καθενός. Δεν μπορεί όμως να υποκαθιστά τα πραγματικά γεγονότα.
Η Βουλιαγμένη του 2026 είναι ασφαλέστερη, ομορφότερη, πιο ισχυρή οικονομικά, καλύτερα προστατευμένη από κίνδυνους και με μεγαλύτερη επιρροή από οποιαδήποτε άλλη περίοδο της σύγχρονης ιστορίας της.
Και υπάρχει ακόμη ένα γεγονός που όσοι επιμένουν να εμφανίζονται ως αυτόκλητοι υπερασπιστές της πόλης αποφεύγουν συστηματικά να αναφέρουν.
Οι ίδιοι οι κάτοικοι της Βουλιαγμένης έχουν ήδη αποφανθεί. Με την ψήφο τους έδωσαν στον Γρηγόρη Κωνσταντέλλο ποσοστά μακράν υψηλότερα ακόμη και από εκείνα που είχαν καταγράψει σοβαροί ιστορικοί δήμαρχοι της πόλης. Η εμπιστοσύνη τους δεν βασίστηκε σε συνθήματα ούτε σε νοσταλγικές αφηγήσεις. Βασίστηκε στο έργο που έβλεπαν και βλέπουν καθημερινά γύρω τους.
Και απέναντι στα έργα, τα αποτελέσματα και την πραγματικότητα, καμία πολιτική αφήγηση και κανένα άρθρο δεν αρκεί για να πείσει ότι η Βουλιαγμένη θα ήταν σήμερα καλύτερα, αν είχε μείνει στάσιμη στο χθες αναμένοντας την έλευση των τετελεσμένων που το κράτος θα είχε σχεδιάσει για αυτήν χωρίς όμως αυτήν.

