Connect with us

Hi, what are you looking for?

βιβλίο

Η εύθραυστη ψευδαίσθηση της λευκής υπεροχής

Percival Everett, James, εκδόσεις Ψυχογιός

Από την σκλαβιά προς την ελευθερία με μια σχεδία στον Μισισιπή

Αν ισχύει ότι ένα βιβλίο μπορεί να αλλάξει για χιλιάδες ή και εκατομμύρια ανθρώπους τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τη σύγχρονη ιστορία, τότε το μυθιστόρημα James του Πέρσιβαλ Έβερετ που μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ψυχογιός, συγκαταλέγεται στην ελίτ των βιβλίων αυτών. Μολονότι η ιστορία της δουλείας στην αμερικανική ήπειρο είναι ένα θέμα μακρινό και ίσως εξωτικό για το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η γνωριμία με την οπτική των «κάτω», των αφρικανικής καταγωγής δούλων την εποχή του αμερικανικού εμφυλίου, λίγο πριν την κατάργηση του θεσμού που τους κρατούσε δέσμιους, φωτίζει αυτό που σήμερα ονομάζεται «λευκή υπεροχή»: Αυτή τη συμβολική τάξη σε όλη τη Δύση που τροφοδοτεί αδιάκοπα τις κοινωνίες μέχρι σήμερα με το ρατσιστικό δηλητήριο.  

Το μυθιστόρημα βρίσκεται σε διάλογο με το κλασικό έργο του Μαρκ Τουέιν Οι περιπέτειες του Χακ Φιν (1884). Ο Έβερετ δανείζεται από εκεί τους δύο κεντρικούς χαρακτήρες αλλά και το κυρίαρχο σκηνικό: Το λευκό ατίθασο αγόρι που δεν αποδέχεται τους κανόνες της κοινωνίας και τον σκλάβο Τζέιμς που το σκάει μαζί του. Μεγάλο μέρος της αφήγησης εκτυλίσσεται πάνω σε μια σχεδία που διατρέχει τον Μισισιπή.

Ο Έβερετ όμως αλλάζει εντελώς το σημείο εστίασης και κεντρικός ήρωας γίνεται ο σκλάβος Τζέιμς. Αντίθετα με την κλασική εικόνα του δεισιδαίμονα και απλοϊκού σκλάβου, όπως αυτή αποτυπώθηκε στο άλλο κλασικό έργο Η καλύβα του μπάρμπα Θωμά (1852), ο Έβερετ σκιαγραφεί έναν χαρακτήρα σκλάβου φιλομαθή και ανήσυχου πνευματικά, που στέκεται στο ίδιο ύψος με τους λευκούς ιδιοκτήτες του αν και υιοθετεί μια στρατηγική απόκρυψης των πραγματικών διανοητικών του δεξιοτήτων. Ο Τζέιμς κλέβει βιβλία και ανησυχεί μήπως τον πιάσουν να διαβάζει, κάτι που θα ανέτρεπε την εικόνα του αδαούς και αφελή σκλάβου που με επιμέλεια φιλοτεχνούσε όλη του τη ζωή.

Συνειδητή αυτοϋπονόμευση

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον η επιλογή του συγγραφέα να προικίσει τον κεντρικό χαρακτήρα με ένα διπλό ιδίωμα: Μία απλοποιημένη γλώσσα, με σπαστή προφορά, αρκετά επιφωνήματα, φτωχή σύνταξη και περιορισμένο λεξιλόγιο ενώπιον των λευκών. Και μία άλλη εκδοχή, που δεν υπολείπεται σε τίποτα μπροστά στη γλώσσα της κυρίαρχης ομάδας, ενώπιον των δικών του ανθρώπων. Ο ήρωας εναλλάσσει τα ιδιώματα ανάλογα με το περιβάλλον. Σε ένα σημείο της αφήγησης ο Τζέιμς κάνει ένα σεμινάριο δουλοφροσύνης σε παιδιά σκλάβων. Όλο το νόημα του μαθήματος είναι να επιβεβαιώνουν οι υποδουλωμένοι με τη συμπεριφορά τους το σύμπλεγμα ανωτερότητας των λευκών: «Οι λευκοί περιμένουν από μας να μιλάμε με έναν συγκεκριμένο τρόπο και μόνο καλό μας κάνει το να μην τους απογοητεύουμε», λέει ο κεντρικός ήρωας.

Στην πραγματικότητα, η συνειδητή αυτοϋπονόμευση εξυψώνει τους δούλους σε ένα ανώτερο πνευματικό επίπεδο από τους ιδιοκτήτες τους. Οι πρώτοι παίρνουν την κρυφή ικανοποίηση της εξαπάτησης, οι δεύτεροι μένουν με την ψευδαίσθηση της υπεροχής. Δεν πρόκειται για εύρημα, αλλά για λογοτεχνική αναπαράσταση μιας υπαρκτής και επιβεβαιωμένης ιστορικά στρατηγικής που είχαν αναπτύξει οι σκλαβωμένοι Αφροαμερικανοί για τις κοινωνικές τους σχέσεις. Παρά τη δεδομένη δυσκολία, η μεταφράστρια Μυρσίνη Γκανά απέδωσε περίφημα στα Ελληνικά αυτό το λεκτικό φαινόμενο. 

Η διπλή μάσκα του Σαίξπηρ

Ένα από τα πιο αξιοπρόσεκτα σημεία της ιστορίας είναι αυτό στο οποίο ο Τζέιμς αγοράζεται από έναν λευκό αρχηγό μουσικής μπάντας. Εκτίμησε τη φωνή του σκλάβου και τον προσέλαβε για να τραγουδά σε ένα περίεργο νούμερο που ήταν τότε της μόδας (το λεγόμενο minstrel show): Ομάδες λευκών μουσικών μεταμφιέζονταν με μακιγιάζ και ρούχα σε αφροαμερικανούς και εκτελούσαν ενώπιον αποκλειστικά λευκού κοινού τραγούδια που είχαν γραφτεί για να μιμούνται και να σατιρίζουν τον πολιτισμό των μαύρων. Ο Τζέιμς αν και αυθεντικά ενσάρκωνε τον ρόλο που θα έπρεπε να παίξει, δεν του επιτρεπόταν: «Είσαι μαύρος, αλλά δεν θα σε αφήσουν να μπεις στην αίθουσα συναυλιών αν το ξέρουν αυτό, οπότε πρέπει να είσαι λευκός κάτω από την μπογιά ώστε να φαίνεσαι μαύρος στο κοινό», του εξηγεί ο ιδιοκτήτης – αφεντικό του. Αλήθεια και ψέμα, αυθεντική και κατασκευασμένη ταυτότητα, ζωή και υποκριτική ανακατεύονται σε μια συνθήκη που γεννάει κάτι κωμικό για να βυθιστεί κατόπιν στην αγωνία και τη μελαγχολία. 

Αυτή η διπλή εξαπάτηση βρίσκεται σε άρρητη αυτή τη φορά επικοινωνία και πάλι με ένα κλασικό έργο, την κωμωδία του Σαίξπηρ Όπως αγαπάτε (1599). Εκεί η ερωτευμένη με τον Ορλάνδο, Ροζαλίντα, μεταμφιέζεται σε αρσενικό δούλο για να τον «ψαρέψει». Έπειτα, ως δούλος προτείνει στον Ορλάνδο να υποκριθεί τη Ροζαλίντα και να κάνουν πρόβα του φλερτ μεταξύ τους. Οπότε η Ροζαλίντα υποκρίνεται τον εαυτό της. Αυτή η διπλασιασμένη μεταμφίεση, η μάσκα πάνω από τη μάσκα ή το θέατρο μέσα στο θέατρο είναι ένα εξαιρετικό εύρημα για να στοχαστεί κανείς πώς το φαίνεσθαι αλληλοεπικαλύπτεται με την αλήθεια. «Οι άνθρωποι είν’ έτσι περίεργοι. Κρατάνε τα ψέματα που τα θέλουνε και πετάνε τις αλήθειες που φοβούνται», όπως αναφέρει στοχαστικά ο Τζέιμς σε άλλο σημείο. 

Η πρόσφατη δολοφονία του Τσάρλι Κερκ έφερε στην επιφάνεια με έναν φρικτό τρόπο στις ΗΠΑ και σε όλο τον κόσμο τις απόψεις μιας οπλισμένης και μισαλλόδοξης λευκής Αμερικής, που φοβάται την αλήθεια ότι ο ρατσισμός έχει βαθιές ρίζες και σύγχρονα φανερώματα. Σε μια τάση που θέλει να κυριαρχήσει και υποστηρίζει ότι οι λευκοί και οι κυρίαρχες ομάδες είναι αυτοί που υφίστανται επίθεση και διακρίσεις από τα woke κινήματα, το έργο του Έβερετ συνιστά ένα χρήσιμο αντίβαρο.